Τετάρτη 11 Ιουλίου 2007

Ποιος θα αναλάβει πολιτική ευθύνη για την καταστροφή του Εθνικού Δρυμού Πάρνηθας;

Αθήνα, 29-6-07: Αν και είναι νωρίς για να έχουμε μια ολοκληρωμένη εκτίμηση του μεγέθους της καταστροφής από την πυρκαγιά που ακόμα εξελίσσεται στην Πάρνηθα, πρόκειται σίγουρα για ένα συγκλονιστικό πλήγμα στο σημαντικότερο οικολογικό θησαυρό της Αττικής.

Για όλους εμάς που γνωρίζουμε την περιοχή και δουλεύουμε για την προστασία του Εθνικού Δρυμού της Πάρνηθας, η σημερινή είναι μια μέρα τραγι-κή. Οι πρώτες εκτιμήσεις δείχνουν ολοκληρωτική καταστροφή σε τοποθεσίες, στις οποίες οι επιστη-μονική ομάδα του WWF Ελλάς έχει ξεκινήσει την καταγραφή του πληθυσμού του κόκκινου ελαφιού της Πάρνηθας, όπως η Αγία Τριάδα και ο ΣΕΓΑΣ.

Αν και είναι νωρίς για να επιρρίψουμε ευθύνες, ειδικά όταν γνωρίζουμε την αυτοθυσία και προσωπική ευαισθησία των πυροσβεστών σε τέτοιες κρίσιμες καταστάσεις, υπάρχουν ανοιχτά ερωτήματα: πώς ξέφυγε η πυρκαγιά που ξεκίνησε από τα Δερβενοχώρια, 15km μακριά, και από δήθεν ελεγχόμενη, μέσα σε ελάχιστη ώρα, ξέφυγε από κάθε έλεγχο και έκαψε τον Εθνικό Δρυμό; Φαίνεται πως το πρό-βλημα δεν είναι μόνο η καταστολή, αλλά ο κύκλος πρόληψη-καταστολή-αποκατάσταση και προστασία για το οποίο δεν έχουν παρθεί οι κατάλληλες πολιτικές αποφάσεις.

Η καταστροφή στην Πάρνηθα είναι απλώς η κορυφή μιας πυραμίδας τέτοιων ανεξέλεγκτων καταστά-σεων, που κάθε ξηρό και θερμό καλοκαίρι καταστρέφουν το δασικό πλούτο της χώρας. Δεκάδες ταυ-τόχρονες πύρινες κρίσεις που δοκιμάζουν τα όρια των δυνατοτήτων της κρατικής μηχανής, αναδεικνύουν τις τεράστιες αδυναμίες μας στον τομέα της διαχείρισης κρίσεων και μας θυμίζουν ότι η επίλυση των μεγάλων ζητημάτων διαχείρισης και προστασίας του φυσικού πλούτου της χώρας εξακολουθεί να μένει στα πολιτικά αζήτητα.

«Οι ώρες κρίσης προφανώς δεν προσφέρονται για συγκρούσεις αλλά μόνο για σύνεση και συμπαρά-σταση σε όσους βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της πυρόσβεσης», δηλώνει ο διευθυντής του WWF Ελλάς, Δημήτρης Καραβέλλας, «Οφείλουμε όμως να δώσουμε έμφαση στην πρόληψη, δηλαδή στη σωστή και ολοκληρωμένη θεσμική θωράκιση των δασών και δασικών εκτάσεων και στην απόλυτη προστασία τους μετά την καταστροφή. Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τις απαράδεκτες κυβερνητικές πρωτοβουλίες για αναθεώρηση του άρθρου 24, την κατάπτυστη τροπολογία του κατέθεσε ο Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης για νομιμοποίηση αυθαιρέτων στα δάση, την πολιτική επιλογή για καθυστέ-ρηση της ολοκλήρωσης του δασολογίου, που απλά ενισχύουν όσους βλέπουν στα δάση της χώρας μας την ευκαιρία για πλουτισμό. Με αφορμή αυτή την καταστροφή που υποβαθμίζει ευθέως την καθημερινότητα όλων των κατοίκων του λεκανοπεδίου, υπάρχει περίπτωση να δούμε την πρώτη στα ελληνικά χρονικά σαφή ανάληψη ευθυνών για περιβαλλοντική καταστροφή από την πολιτική ηγεσία της χώρας;», καταλήγει ο κ. Καραβέλλας.

Η ηγεσία μας το οφείλει αυτό σε όλους τους Έλληνες πολίτες, οι οποίοι έχουν κατακλύσει το τηλεφωνικό κέντρο του WWF Ελλάς ρωτώντας με ποιον τρόπο μπορούν να προσφέρουν εθελεοντικά, ώστε να διασωθεί ό,τι ακόμα είναι δυνατό.

Πρώτη εκτίμηση των άμεσων επιπτώσεων της πυρκαγιάς στην πανίδα και χλωρίδα της Πάρνηθας

Οι επιπτώσεις της δασικής πυρκαγιάς στην πανίδα και χλωρίδα μιας περιοχής διακρίνονται σε άμεσες και έμμεσες. Οι άμεσες γίνονται σχεδόν ακαριαία αντιληπτές: η υπέργεια βλάστηση στις περισσότερες περιπτώσεις αφανίζεται, ενώ η πανίδα, ανάλογα με τις ικανότητες κάθε είδους, είτε αφανίζεται είτε μετακινείται σε άλλες περιοχές. Οι έμμεσες επιπτώσεις είναι ακόμα δυσκολότερο να εκτιμηθούν. Πρόκειται για τις διαδικασίες «δευτερογενούς διαδοχής», που συνήθως οδηγούν στην επαναφορά της πρότερης κατάστασης (εφόσον το δάσος αφεθεί στη φυσική αποκατάσταση).

Ορνιθοπανίδα

Τα πουλιά έχουν γενικά την ικανότητα να απομακρύνονται πετώντας μακριά από τη φωτιά. Δεν συμβαίνει το ίδιο όμως με τις φωλιές, τα αβγά και τους νεοσσούς τους.

Η πυρκαγιά της Πάρνηθας δε χαρακτηρίστηκε μόνο για την τεράστια έκταση και ένταση, αλλά και για την ευαίσθητη περίοδο εμφάνισής της, δηλαδή στην αρχή του καλοκαιριού, όταν πολλά πουλιά κλείνουν τον κύκλο της αναπαραγωγικής τους διαδικασίας.

Οικογένειες χιλιάδων δασόβιων πουλιών γίνονταν αντιληπτές σε όλη την έκταση του δάσους. Αυτή την εποχή δεν είχε ολοκληρωθεί η ανάπτυξη των νεοσσών πολλών αρπακτικών πουλιών, όπως της Γερακίνας, των Ξεφτεριών και των νυχτόβιων αρπακτικών πουλιών Χουχουριστής και Γκιώνης που φώλιαζαν στα δάση που κάηκαν. Παρόλο που δεν είχε εντοπιστεί η ακριβής θέση της φωλιάς των Φιδατεών που τριγυρνούσαν καθημερινά στο δυτικό τμήμα της Πάρνηθας, είναι βέβαιο ότι οι νεοσσοί τους ήταν ακόμη ανίκανοι να απομακρυνθούν από τις φωλιές τους.

Στα δυτικά δάση της Πάρνηθας είχε παρατηρηθεί και η πυκνότερη συγκέντρωση Αιγοθήλιδων (Γυδοβιζάστρων) που δεν είχαν ολοκληρώσει την ανατροφή των νεοσσών τους.

Τι απέγιναν τα δασόβια πουλιά που κατάφεραν να πετάξουν μακριά; Ελατοπαπαδίστες, Βασιλίσκοι, Κοκκινολαίμηδες, Τρυποφράκτες, Δενδροβάτες, Μακρονούρηδες, Σπίνοι είναι λίγα μόνο από τα είδη που έχουν απόλυτη ανάγκη το δάσος. Θα πρέπει να δώσουν μάχη σαν πρόσφυγες σε νέες επικράτειες που, εάν υπάρχουν τέτοιες επικράτειες, είναι ήδη κατειλημμένες από άλλα δασικά πουλιά.

Θηλαστικά

Περισσότερα από 35 διαφορετικά είδη είχαν εντοπιστεί στα δάση της Πάρνηθας. Σκαντζόχοιροι, Αλεπούδες, Πετροκούναβα, Λαγοί είναι μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά των οποίων η τύχη αγνοείται.

Ελάφι

Χωρίς αμφιβολία η Πάρνηθα ήταν γνωστή για έναν από τους ελάχιστους στη χώρα και σίγουρα τον πιο ακμαίο πληθυσμό Ελαφιών Cervus elaphus. Πριν 15 χρόνια ο πληθυσμός τους είχε υπολογιστεί σε 100-120 άτομα τουλάχιστον. Τελευταία οι εκτιμήσεις έδειχναν μια φανερή τάση αύξησης του πληθυσμού που ίσως ξεπερνούσε τα 400 άτομα.

Το WWF Ελλάς μόλις είχε ξεκινήσει την μελέτη εκτίμησης του σημερινού πληθυσμού των ελαφιών στο πλαίσιο του προγράμματος «Γνωρίζω-Συμμετέχω-Προστατεύω- Εθνικός Δρυμός Πάρνηθας» που πραγματοποιείται με τη χορηγία της Eurobank EFG και σε συνεργασία με τους αρμόδιους διαχειριστές της Πάρνηθας, δηλαδή τον Φορέα Διαχείρισης και το Δασαρχείο Πάρνηθας.

Μόλις πριν μία εβδομάδα (21-22 Ιουνίου 2007) είχε οργανωθεί στην Πάρνηθα, διεθνής συνάντηση εργασίας ειδικών επιστημόνων για τη μελέτη των ελαφιών. Σκοπός της συνάντησης ήταν να αξιολογηθούν οι τεχνικές εκτίμησης του πληθυσμού των ελαφιών της Πάρνηθας. Στις πιλοτικές πάντως εφαρμογές της καταγραφής από εποπτικές θέσεις (vantage points) 50 εθελοντές του WWF Ελλάς είχαν καταγράψει περισσότερα από 80 ελάφια σε ένα μικρό μόνο τμήμα του συνολικού βουνού.

Ήδη είχε φανεί ότι τα περισσότερα ελάφια είχαν από νωρίς εγκαταλείψει τα χαμηλότερα σημεία για να παραθερίσουν στα υψηλότερα, πιο δροσερά σημεία – εκεί ακριβώς που μαινόταν η πυρκαγιά για περισσότερο από 2 μέρες.

Είναι άγνωστο τι έχουν απογίνει οι αγέλες που βρίσκονταν κοντά στο Μαυρόρεμα, την Ντράτιζα, και όλα τα ξέφωτα του δυτικού τμήματος. Στο ίδιο, σχεδόν παρθένο, τμήμα είχαν παρατηρηθεί και τα ελάχιστα Ζαρκάδια Capreolus capreolus του βουνού.

Άλλα σπονδυλωτά

Οι Κρασπεδοχελώνες (Testudo marginata) σχεδόν αποκλειστικά ελληνικό είδος χερσαίων χελωνών, εξ’ορισμού είναι τα σπονδυλωτά που είναι αδύνατον να απομακρυνθούν από την πυρκαγιά.

Ασπόνδυλα


Φυλλοφάγα και φλοιοφάγα έντομα και άλλα ασπόνδυλα που στήριζαν την αλυσίδα της ζωής της Πάρνηθας απανθρακώθηκαν. Η πλειοψηφία της εδαφικής μικρο-, μεσο- και μακροπανίδας ζει στο ανώτερο τμήμα του δασικού τάπητα που κάηκε.


Περισσότερες πληροφορίες:
Δημήτρης Καραβέλλας, Διευθυντής WWF Ελλάς, τηλ. 210-3314893, d.karavellas@wwf.gr
Μαρίτα Παντέρη, Υπεύθυνη Τύπου WWF Ελλάς, τηλ. 697-6807632, m.panteri@wwf.gr

Η Πάρνηθα την επόμενη μέρα...

Αθήνα, 5-7-07: Το πλήγμα που υπέστη ο Εθνικός Δρυμός της Πάρνηθας από την πρόσφατη πυρκαγιά είναι τεράστιο και η ανάγκη για άμεση λήψη μέτρων αποκατάστασης και προστασίας είναι προφανής. Ωστόσο οι οποιεσδήποτε ενέργειες πρέπει να σχεδιαστούν και να υλοποιηθούν υπό το πρίσμα των ιδιαίτερων οικολογικών χαρακτηριστικών του δρυμού.

Με δεδομένο ότι η Πάρνηθα δεν είναι απλά ένα περιαστικό δάσος, αλλά ένας από τους σημαντικότερους εθνικούς δρυμούς της χώρας, ένας φυσικός θησαυρός, είναι απόλυτη ανάγκη οι οποιεσδήποτε παρεμβάσεις να σεβαστούν αυτήν την ιδιαίτερη οικολογική ταυτότητα.

Σε αυτό το πλαίσιο, η περιβαλλοντική οργάνωση WWF Ελλάς ζητά την άμεση εφαρμογή των ακόλου-θων:
• Ολοκλήρωση της διαδικασίας οριοθέτησης του Εθνικού Πάρκου Δρυμού Πάρνηθας, χωρίς καμία έκπτωση στις υπό ένταξη εκτάσεις.
• Σχεδιασμό και υλοποίηση όλων των αναγκαίων μέτρων αποκατάστασης, με επιστημονική εγκυρότητα και με γνώμονα τη διατήρηση των οικολογικών αξιών της περιοχής.
• Απομάκρυνση όλων των εγκαταλελειμμένων και περιττών εγκαταστάσεων που βρίσκονται εντός των ορίων του Δρυμού και άμεση κατεδάφιση όλων των αυθαιρέτων στις παρυφές του.
• Περιορισμό στην πρόσβαση του κοινού στις περιοχές που έχουν πλέον καταφύγει οι πληθυσμοί των άγριων ζώων και οι οικολογικές ισορροπίες είναι εξαιρετικά λεπτές.
• Εξαίρεση του βασικού ασφαλτόδρομου που οδηγεί στην Πάρνηθα από το Εθνικό Οδικό Δίκτυο και άμεση μετατροπή του σε δασικό δρόμο.
• Απαγόρευση της κυκλοφορίας σε όλα τα οχήματα και σε όλα τα σημεία του Δρυμού μετά τη δύση του ηλίου και αυστηρό έλεγχο της κυκλοφορίας των οχημάτων καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Συγκεκριμένα, απαιτούμε την απαγόρευση χρήσης των δρόμων για πρόσβαση στο Καζίνο κατά τις νυχτερινές ώρες –και συνεπώς πρόσβαση μόνο από το τελεφερίκ- και την οργάνωση ενός συστή-ματος μαζικής μετακίνησης για το προσωπικό των μόνιμων εγκαταστάσεων που λειτουργούν στα όρια του Δρυμού.
«Είμαστε έτοιμοι να αναλάβουμε τις οποιεσδήποτε δράσεις αποκατάστασης που θα κριθούν απαραίτητες τόσο από το Δασαρχείο όσο και από τον Φορέα Διαχείρισης και τους υπόλοιπους αρμόδιους - από απλές υποστηρικτικές δραστηριότητες έως και συνολικές παρεμβάσεις αποκατάστασης ή υποστήριξης του οικοσυστήματος», δηλώνει ο Δημήτρης Καραβέλλας, διευθυντής του WWF Ελλάς. «Είμαστε εδώ για να παρακολουθούμε από κοντά όλες τις εξελίξεις, και να εξασφαλίσουμε ότι δεν θα υπάρξει καθυστέρηση ή έκπτωση στο σχεδιασμό και την υλοποίηση των απαραίτητων έργων», καταλήγει ο κ. Καραβέλλας.

Ήδη το WWF Ελλάς – και μέχρι να αποσαφηνιστεί ο ρόλος του - έχει προβεί στις ακόλουθες ενέργειες:
1. Αυτόνομη χαρτογράφηση της καμένης έκτασης, μέσω δορυφορικών εικόνων, και εξαντλητική εξέταση και κωδικοποίηση της σχετικής νομοθεσίας. Όλα τα στοιχεία θα δοθούν στη δημοσιότητα, έτσι ώστε καθένας να είναι σε θέση να παρακολουθεί τι θα συμβεί από εδώ και στο εξής. Η οργάνωση θέτει ταυτόχρονα ως πρώτη προτεραιότητα της εθελοντικής Νομικής Ομάδας Υποστήριξης Πολιτών, τη διερεύνηση καταγγελιών σε σχέση με καταπατήσεις ή κακή διαχείριση στην ευρύτερη περιοχή της καταστροφής.
2. Ανάλυση της κατάστασης του καμένου δάσους και διατύπωση μέτρων αποκατάστασης, σε συνεργασία με ειδικούς επιστήμονες και φορείς.
3. Καταγραφή των άμεσων επιπτώσεων της πυρκαγιάς στην άγρια πανίδα, τόσο σε ότι αφορά τα θύματα της πυρκαγιάς, όσο και τις περιοχές και συνθήκες της μετακίνησής τους από τα καμένα εδάφη.
4. Περίθαλψη των άγριων θηλαστικών –και ειδικά των τραυματισμένων ελαφιών- σε στενή συνεργασία με το Δασαρχείο Πάρνηθας και την Κτηνιατρική Σχολή του ΑΠΘ.
5. Διαρκής ενημέρωση του κοινού και κινητοποίηση των πολιτών για την προώθηση του αιτήματος της προστασίας των δασών της χώρας μας.

Τέλος, το WWF Ελλάς θέλει να ευχαριστήσει και να συγχαρεί τον κόσμο που από την πρώτη στιγμή προσέτρεξε κοντά στην οργάνωση με διάθεση προσφοράς εργασίας και συμπαράστασης. Τονίζουμε ότι το πρώτο ζητούμενο αυτή τη στιγμή είναι να επιτραπεί στο οικοσύστημα να ανακάμψει και να βρει τους φυσικούς ρυθμούς του. Καλεί για αυτόν τον λόγο τον κόσμο:

- Να αποφεύγει τις επισκέψεις στην Πάρνηθα, ώστε να μην ασκούνται περαιτέρω πιέσεις στο οικοσύστημα, αλλά και να μην ενοχλούνται τα ζώα που έχουν συνωστιστεί σε περιορισμένες περιοχές.
- Να μην προχωρά σε παρορμητικές κινήσεις, όπως το τάισμα των ελαφιών ή η φύτευση δέντρων, καθώς αυτό μπορεί να προκαλέσει σημαντικές περαιτέρω επιπτώσεις στο οικοσύστημα, ενώ δυσκολεύει το έργο των ειδικών.
- Να διατηρήσει έντονη την προσοχή του για τον εντοπισμό περιπτώσεων παράνομων δραστηριοτήτων και να ειδοποιεί άμεσα τις αρμόδιες υπηρεσίες.
- Να συμμετάσχει στην έκκληση του WWF Ελλάς προς τον πρωθυπουργό μέσα από την ηλεκτρονική διεύθυνση www.politics.wwf.gr, με κυρίαρχα αιτήματα την άμεση κατεδάφιση αυθαιρέτων σε όλα τα δάση και δασικές εκτάσεις της χώρας, καθώς και την κατάρτιση του Δασολογίου
- Να συμμετάσχει με φίλους και συγγενείς στην αυθόρμητη και ανεξάρτητη πρωτοβουλία πολιτών για διοργάνωση ανοιχτής διαμαρτυρίας την Κυριακή 8 Ιουλίου, στις 7.00 μ.μ., μπροστά από τη Βουλή.
- Να δηλώσει συμμετοχή στην εθελοντική ομάδα του WWF Ελλάς για τα δάση στην ηλεκτρονική διεύθυνση www.wwf.gr.

Περισσότερες πληροφορίες:
Δημήτρης Καραβέλλας, Διευθυντής WWF Ελλάς, τηλ. 210-3314893, d.karavellas@wwf.gr
Μαρίτα Παντέρη, Υπεύθυνη Τύπου WWF Ελλάς, τηλ. 697-6807632, m.panteri@wwf.gr

Από τη σελίδα: http://www.wwf.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=528&Itemid=72)

Οι επιπτώσεις της πυρκαγιάς στην Πάρνηθα στο κλίμα της Αθήνας

Διαβάστε, από την κοινή συνέντευξη τύπου των WWF και Greenpeace, τα προτεινόμενα μέτρα για την αντιμετώπιση της αύξησης της θερμοκρασίας μετά την πυρκαγιά στην Πάρνηθα, που όπως φαίνεται θα υποβαθμίσει περαιτέρω την ποιότητα ζωής των κατοίκων του λεκανοπεδίου.
(Από τη σελίδα: http://www.wwf.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=534&Itemid=72)

Μέτρα αντιμετώπισης των επιπτώσεων της πυρκαγιάς στην Πάρνηθα στο κλίμα της Αθήνας
Αθήνα, 10-7-07: H πυρκαγιά στην Πάρνηθα είχε μεταξύ άλλων ως αποτέλεσμα η Αθήνα να χάσει το σημαντικότερο μηχανισμό μείωσης της θερμοκρασίας που διέθετε. Το πρόσθετο θερμικό φορτίο που θα δεχτεί η πόλη θα είναι παραπλήσιο με αυτό που δημιουργεί η κίνηση των αυτοκίνητων.

Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξαν - μεταξύ άλλων - το Εργαστήριο Αστικού Περιβάλλοντος του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, η Ομάδα Φυσικής Κτιριακού Περιβάλλοντος του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, το ελληνικό γραφείο της Greenpeace και το WWF Ελλάς, που παρουσίασαν σε κοινή συνέντευξη τύπου τα απαραίτητα μέτρα για την αντιμετώπιση της αύξησης της θερμοκρασίας στο Λεκανοπέδιο μετά την πυρκαγιά στην Πάρνηθα.

Τα μέτρα περιλαμβάνουν τον έλεγχο και τη μείωση της κίνησης των αυτοκινήτων στην πόλη, την επιλογή ψυχρών υλικών για κτήρια, δρόμους και πεζοδρόμια, την προστασία του εναπομείναντος πρασίνου και την μετατροπή των τελευταίων αδόμητων χώρων σε ψυχρές οάσεις.

Το δάσος της Πάρνηθας αποτελούσε ένα από τους κύριους μηχανισμούς μείωσης της θερμοκρασίας του αέρα που έρεε από τον Βορρά προς την Αθήνα. Όμως τώρα ο αέρας θα περνά πάνω από μια καμένη μαύρη έκταση και αντί να ψύχεται, θα θερμαίνεται και πολύ μάλιστα. Η Αθήνα έχασε το σημαντικότερο μηχανισμό μείωσης της θερμοκρασίας που διέθετε. Το πρόσθετο θερμικό φορτίο που θα δεχτεί η πόλη θα είναι παραπλήσιο με αυτό που δημιουργεί η κίνηση των αυτοκίνητων. Απλά, είναι σαν να διπλασιάσαμε τα αυτοκίνητα στο λεκανοπέδιο!

Σε μια κοινή τους προσπάθεια, ο Αντιπρύτανης του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και Διευθυντής του Εργαστηρίου Αστικού Περιβάλλοντος Γιάννης Πολύζος, ο αναπληρωτής καθηγητής του Φυσικού Τμήματος του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και Διευθυντής της Ομάδας Φυσικής Κτιριακού Περιβάλλοντος Μάνθος Σανταμούρης, το Ελληνικό Γραφείο της Greenpeace και το WWF-Ελλάς, προτείνουν μια σειρά συγκεκριμένων μέτρων προς τα αρμόδια Υπουργεία, τις Νομαρχίες και τους Δήμους του Λεκανοπεδίου. Η άμεση εφαρμογή τους μπορεί να εγγυηθεί τη μείωση των αρνητικών επιπτώσεων της πυρκαγιάς της Πάρνηθας στις θερμοκρασίες του Λεκανοπεδίου.

«Η έλλειψη χώρων πρασίνου, η λάθος επιλογή υλικών σε κτίρια και δρόμους, η συνεχώς αυξανόμενη χρήση του ΙΧ έχουν επιβαρύνει σημαντικά τη θερμοκρασία του Λεκανοπέδιου, όπου ζει σχεδόν ο μισός πληθυσμός της χώρας. Η καταστροφή σημαντικού μέρους του δάσους της Πάρνηθας, του φυσικού μας κλιματιστικού, αναμένεται να επιδεινώσει τις συνθήκες κατά τους καλοκαιρινούς μήνες στην ευρύτερη περιοχή των Αθηνών» δήλωσε ο Νίκος Χαραλαμπίδης, διευθυντής του ελληνικού γραφείου της Greenpeace. «H κατάσταση μπορεί να βελτιωθεί εάν ληφθούν εγκαίρως τα απαραίτητα μέτρα που θα μειώσουν το θερμικό ισοζύγιο της πόλης. Τα συγκεκριμένα μέτρα που προτείνουν το Εργαστήριο Αστικού Περιβάλλοντος και η Ομάδα Φυσικής Κτιριακού Περιβάλλοντος του ΕΜΠ, πρέπει να υιοθετηθούν άμεσα από τα αρμόδια Υπουργεία και την Τοπική Αυτοδιοίκηση» συμπλήρωσε ο Δημήτρης Καραβέλλας, διευθυντής του WWF-Ελλάς.

Οι λύσεις που προτείνονται καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα. Συγκεκριμένα προτείνονται τα παρακάτω μέτρα ώστε να εξισορροπηθεί κατά το δυνατόν η αναμενόμενη αλλαγή του κλίματος του Λεκανοπεδίου:
1) μετατροπή των ελευθέρων και αδόμητων χώρων της Αθήνας σε ψυχρές οάσεις αφού οι ελεύθεροι χώροι στο λεκανοπέδιο συνεχώς μειώνονται και η προσθήκη νέων κτιρίων επιβαρύνει το θερμικό ισοζύγιο της πόλης,
2) προτεραιότητα στις μετακινήσεις με Μέσα Συλλογικής Μεταφοράς και έλεγχος της κίνησης των οχημάτων στην πόλη αφού η θερμότητα που εκλύεται από αυτά μπορεί να ανεβάσει την θερμοκρασία της μέχρι και 1οC,
3) περιορισμός της δόμησης αλλά και θέσπιση κριτηρίων για όλα τα νέα κτήρια ώστε να παρουσιάζουν βιοκλιματικά χαρακτηριστικά,
4) βελτιώσεις σε παλαιά κτήρια με χρήση πράσινων οροφών ή ψυχρών χρωμάτων που μπορούν να κατεβάσουν τη θερμοκρασία της πόλης έως και 3οC,
5) χρήση ψυχρών υλικών για την κατασκευή δρόμων, πεζοδρομίων και ακάλυπτων χώρων αφού η χρήση ακατάλληλων υλικών αυξάνει πολύ την επιφανειακή θερμοκρασία της πόλης με συνέπεια την αύξηση της θερμοκρασίας του περιβάλλοντος,
6) άμεση υιοθέτηση και εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Οδηγίας για την ενεργειακή ποιότητα των κτιρίων αφού η ενεργειακή απόδοση των κτιρίων στην χώρα μας είναι περιορισμένη με αποτέλεσμα την εξαιρετικά μεγάλη κατανάλωση ενέργειας, την αύξηση του απαιτούμενου φορτίου αιχμής για τον κλιματισμό των κτιρίων αλλά κυρίως την έκλυση εξαιρετικά σημαντικών ποσών ανθρωπογενούς θερμότητας προς το εξωτερικό περιβάλλον.

Τα συγκεκριμένα μέτρα είναι ούτως ή άλλως απαραίτητα για το Λεκανοπέδιο, όμως η καταστροφή της Πάρνηθας έχει κάνει πλέον επιτακτική την ανάγκη υιοθέτησής τους. Το Ελληνικό Γραφείο της Greenpeace και το WWF-Ελλάς υποστηρίζουν τις συγκεκριμένες προτάσεις και αναλαμβάνουν να ασκήσουν πίεση προς τα αρμόδια Υπουργεία αλλά και την Τοπική Αυτοδιοίκηση για την άμεση εφαρμογή τους.

Περισσότερες πληροφορίες:
Αλεξάνδρα Μεσαρέ, Υπεύθυνη Εκστρατειών στο Ελληνικό Γραφείο της Greenpeace, τηλ. 6979 443303
Αχιλλέας Πληθάρας, Υπεύθυνος Εκστρατειών Πολιτικής WWF-Ελλάς, τηλ. 6974 334442

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2007

Προστασία άγριας χλωρίδας και πανίδας. Νόμους έχουμε (π.χ. έχουμε το νόμο 1550/1986) αλλά ποιος τους εφαρμόζει!

Σήμερα σας παρουσιάζω μόνο το άρθρο 1. Αρκεί!

Νόμος 1650 της 15/16.10.86
Για την προστασία του περιβάλλοντος (Α' 160)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ

Άρθρο 1

Σκοπός

1. Σκοπός του παρόντος νόμου είναι η θέσπιση θεμελιωδών κανόνων και η καθιέρωση κριτηρίων και μηχανισμών για την προστασία του περιβάλλοντος, έτσι ώστε ο άνθρωπος, ως άτομο και ως μέλος του κοινωνικού συνόλου, να ζει σε ένα υψηλής ποιότητας περιβάλλον, μέσα στο οποίο να προστατεύεται η υγεία του και να ευνοείται η ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. Η προστασία του περιβάλλοντος, θεμελιώδες και αναπόσπαστο μέρος της πολιτιστικής και αναπτυξιακής διαδικασίας και πολιτικής, υλοποιείται κύρια μέσα από το δημοκρατικό προγραμματισμό.

2. Ειδικότερα, βασικοί στόχοι του νόμου αυτού είναι οι ακόλουθοι:
α) Η αποτροπή της ρύπανσης και γενικότερα της υποβάθμισης του περιβάλλοντος και η λήψη όλων των αναγκαίων, για το σκοπό αυτόν, προληπτικών μέτρων.
β) Η διασφάλιση της ανθρώπινης υγείας και από τις διάφορες μορφές υποβάθμισης του περιβάλλοντος και ειδικότερα από τη ρύπανση και τις οχλήσεις.
γ) Η προώθηση της ισόρροπης ανάπτυξης του εθνικού χώρου συνολικά και των επί μέρους γεωγραφικών και οικιστικών ενοτήτων του και μέσα από την ορθολογική διαχείριση του περιβάλλοντος.
δ) Η διασφάλιση της δυνατότητας ανανέωσης φυσικών πόρων και η ορθολογική αξιοποίηση των μη ανανεώσιμων ή σπάνιων σε σχέση με τις τωρινές και τις μελλοντικές ανάγκες και με κριτήρια την προστασία του περιβάλλοντος.
ε) Η διατήρηση της οικολογικής ισορροπίας των φυσικών οικοσυστημάτων και η διασφάλιση της αναπαραγωγικής τους ικανότητας.
στ) Η αποκατάσταση του περιβάλλοντος.
3. Αναλυτικότερα, με τις διατάξεις του παρόντος νόμου επιδιώκονται:
α) Η προστασία του εδάφους και η λήψη των αναγκαίων μέτρων ώστε οι χρήσεις του να γίνονται σύμφωνα με τις φυσικές ιδιότητές του και την παραγωγική του ικανότητα.
β) Η προστασία των επιφανειακών και υπόγειων νερών θεωρούμενων ως φυσικών πόρων και ως οικοσυστημάτων.
γ) Η προστασία της ατμόσφαιρας.
δ) Η προστασία και διατήρηση της φύσης και του τοπίου και ιδιαίτερα περιοχών με μεγάλη βιολογική, οικολογική, αισθητική ή γεωμορφολογική αξία.
ε) Η προστασία των ακτών των θαλασσών, των οχθών των ποταμών, των λιμνών, του βυθού αυτών και των νησίδων ως φυσικών πόρων, ως στοιχείων οικοσυστημάτων και ως στοιχείων του τοπίου.
στ) Ο καθορισμός της επιθυμητής και της επιτρεπόμενης ποιότητας των φυσικών αποδεκτών καθώς και των κάθε είδους επιτρεπόμενων εκπομπών αποβλήτων, με την καθιέρωση και χρησιμοποίηση κατάλληλων παραμέτρων και οριακών τιμών, ώστε να μην προκαλείται υποβάθμιση του περιβάλλοντος, με κριτήρια:
- την επιστημονική γνώση και εμπειρία
- την καλύτερη διαθέσιμη και οικονομικά εφικτή τεχνολογία
- τις τοπικές συνθήκες και ιδιομορφίες του περιβάλλοντος και του πληθυσμού καθώς επίσης και τις ανάγκες ανάπτυξης
- την προϋπάρχουσα διαμόρφωση συλλογικής χρήσης μιας περιοχής
- τα υφιστάμενα χωροταξικά και αναπτυξιακά σχέδια.
ζ) Η ευαισθητοποίηση και ενεργοποίηση των πολιτών στα θέματα προστασίας του περιβάλλοντος μέσα από τη σωστή πληροφόρηση και εκπαίδευση.

Δεν χρειάζεται αναδάσωση!

«Σε πείσμα της ικανότητας του ανθρώπου να καταπολεμήσει τις πυρκαϊές με τα πιο σύγχρονα συστήματα από έδαφος και αέρα, καθώς και με τους καλύτερα εκπαιδευμένους πυροσβέστες του κόσμου, φαίνεται βέβαιο ότι οι φωτιές δεν θα σταματήσουν». Αυτά έγραψε στις αρχές της δεκαετίας του '60 ο καθηγητής Μπίσγουελ του Πανεπιστημίου του Μπέρκλεϊ και δεν αφορούν, βέβαια, την Ελλάδα αλλά την Καλιφόρνια. Είτε θέλουμε να το δεχθούμε είτε όχι, σ' όλες τις περιοχές της υδρογείου όπου επικρατεί το ιδιότυπο μεσογειακό κλίμα με το μακρύ, θερμό και άνυδρο καλοκαίρι, οι δασικές πυρκαϊές είναι γεγονός επαναλαμβανόμενο.

Ετσι, στις χώρες τριγύρω από τη Μεσόγειο και την Καλιφόρνια, στο Βόρειο ημισφαίριο, και στο Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας στη Νότιο Αφρική, σε τμήμα της Αυστραλίας και στην Κεντρική Χιλή, στο Νότιο, οι φωτιές συνιστούν υπαρκτό πρόβλημα, για τον περιορισμό του οποίου έχουν γίνει αρκετά τα οποία, δυστυχώς, ακόμη να εμφανιστούν στη χώρα μας.

Σχεδόν όλοι όσοι ασχολούνται με οποιονδήποτε τρόπο (γραπτό, προφορικό, πολιτικό) με το πραγματικά τεράστιο πρόβλημα των πυρκαϊών θεωρούν ότι με τη φωτιά το δάσος καταστρέφεται ολοκληρωτικά. Επομένως η αναδάσωση είναι η μόνη λύση για τη μερική αποκατάσταση της διαταραχής η οποία προκλήθηκε. Πόσοι όμως από αυτούς έχουν υπόψη τους ότι ένα καμένο πευκοδάσος έχει τη δυνατότητα φυσικής αναγέννησης με τα χιλιάδες πευκάκια που φυτρώνουν ύστερα από τα πρωτοβρόχια; Γιατί, άραγε, δεν κάνουν τον χειμώνα μια βόλτα σε μια περιοχή που κάηκε πέρυσι ή πρόπερσι; Βέβαια, το δάσος που κάηκε θα ξαναγίνει δάσος, με την προϋπόθεση ότι κάτι τέτοιο θα του επιτραπεί. Οχι με τη βόσκηση γιδοπροβάτων σ' αυτό. Ούτε με τις καταπατήσεις και τη μετατροπή του σε αγροκτήματα, χωράφια και οικόπεδα, στα οποία θα αναφερθούμε στη συνέχεια.

Οποιος συγκρίνει τις σημερινές εποχές με παλαιότερες διαπιστώνει ότι όντως οι πυρκαϊές (δεν αναφερόμαστε, προφανώς, σε ανώμαλες περιόδους) έχουν αυξηθεί. Οχι μόνο σε αριθμό, αλλά και σε ένταση και καταστροφές, παρ' όλο που σήμερα υπάρχουν πυροσβεστικά μέσα τα οποία ήταν άγνωστα στο παρελθόν. Εστω ότι κάποιος έχει δύο στοίβες ξύλα: στην πρώτη έχει πέντε κιλά και χλωρά και στη δεύτερη 10 κιλά, από τα οποία τα πέντε είναι ξερόκλαδα και πευκοβελόνες. Ποια στοίβα θα πάρει ευκολότερα φωτιά; Σίγουρα εκείνη με τα 10 κιλά και τα ξερόκλαδα.

Αυτό έχει συμβεί δυστυχώς στα πευκοδάση μας!

* Οι προσαρμογές των φυτών στην πυρκαϊά

Ολα σχεδόν τα φυτά της χώρας μας που απαντούν σε περιοχές μεσογειακού κλίματος έχουν προσαρμογές με τις οποίες μπορούν να επιβιώσουν κατά τη διάρκεια της φωτιάς και να επανέλθουν έπειτα από αυτή.

Η γνώση αυτών των προσαρμογών είναι δυνατόν, αν χρησιμοποιηθεί κατάλληλα, να μας βοηθήσει να αντιμετωπίσουμε περισσότερο αποδοτικά την αποκατάσταση των διαταραχών τις οποίες η πυρκαϊά προκάλεσε. Ετσι θα ήταν δυνατόν να διακρίνουμε δύο βασικές κατηγορίες φυτών σε σχέση με την επανάκαμψή τους μετά τη φωτιά. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν όλα εκείνα που επανέρχονται μόνο με τη διαδικασία φύτρωσης των σπερμάτων τους και στη δεύτερη όλα εκείνα τα οποία, μολονότι το υπέργειο μέρος καίγεται, οι ρίζες τους παραμένουν ανέπαφες και επανέρχονται με παραβλαστήματα.

Υπάρχουν, βεβαίως, και ενδιάμεσες μορφές. Ορισμένα είδη φυτών όπως η ασφάκα και η αφάνα έχουν τη δυνατότητα να επιβιώσουν και από σπέρματα και από παραβλαστήματα.

Τα πεύκα επανέρχονται μόνο με φύτρωση των σπόρων τους, πράγμα που σημαίνει μεγάλη καθυστέρηση στην αποκατάσταση των πευκώνων που κάηκαν και αυτός είναι ακόμη ένας λόγος για τη μη χρησιμοποίηση πεύκων στους νέους χώρους πρασίνου που δημιουργούμε. Από την άλλη, θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι στα καμένα φυσικά πευκοδάση υπάρχει συνήθως αυξημένη φυσική αναγέννηση. Ετσι, δεν είναι αναγκαία η αναδάσωση.

Σχεδόν όλοι οι πολυετείς υψηλοί θάμνοι του ελληνικού μεσογειακού περιβάλλοντος (πουρνάρια, αγριελιές, κουμαριές, συκιές, μυρτιές, δάφνες, φυλίκια, αριές κλπ.) επανέρχονται με παραβλαστήματα. Οι καμένοι θαμνώνες, αν δεν υπάρξει ανθρώπινη παρέμβαση, επανέρχονται ταχύτατα και μέσα σε διάστημα μικρότερο των 10 ετών δεν διακρίνεται η καμένη από την άκαυτη περιοχή.

Θεωρητικά η επανάκαμψη των φυτών, ιδιαίτερα εκείνων που παραβλαστάνουν, είναι ταχύτατη, επειδή τα νέα φύλλα είναι μεγάλα και η φωτοσύνθεση ­ δηλαδή η «θρέψη» ­ των φυτών ιδιαίτερα αυξημένη.

Ο κ. Ν. Σ. Μάργαρης είναι καθηγητής Διαχείρισης Οικοσυστημάτων στο Τμήμα Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αιγαίου.

Γιατί καίγονται τα δάση

Το ΒΗΜΑ, 16/05/1999 , Σελ.: B13

Ν. ΜΑΡΓΑΡΗΣ

Σε πείσμα της ικανότητας του ανθρώπου να καταπολεμήσει τις πυρκαϊές με τα πιο σύγχρονα συστήματα από έδαφος και αέρα, καθώς και με τους καλύτερα εκπαιδευμένους πυροσβέστες του κόσμου, φαίνεται βέβαιο ότι οι φωτιές δεν θα σταματήσουν». Αυτά έγραψε στις αρχές της δεκαετίας του '60 ο καθηγητής Μπίσγουελ του Πανεπιστημίου του Μπέρκλεϊ και δεν αφορούν βέβαια την Ελλάδα αλλά την Καλιφόρνια. Είτε θέλουμε να το δεχθούμε είτε όχι, σε όλες τις περιοχές της υδρογείου όπου επικρατεί το ιδιότυπο μεσογειακό κλίμα, με το μακρύ, θερμό και άνυδρο καλοκαίρι, οι δασικές πυρκαϊές είναι γεγονός επαναλαμβανόμενο. Ετσι στις χώρες τριγύρω από τη Μεσόγειο και την Καλιφόρνια, στο βόρειο ημισφαίριο, και στο Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας στη Νότιο Αφρική, σε τμήμα της Αυστραλίας και στην Κεντρική Χιλή, στο νότιο, οι φωτιές συνιστούν υπαρκτό πρόβλημα για τον περιορισμό του οποίου έχουν γίνει αρκετά, τα οποία δυστυχώς ακόμη να εμφανισθούν στη χώρα μας.

Σχεδόν όλοι όσοι ασχολούνται με οποιονδήποτε τρόπο (γραπτό, προφορικό, πολιτικό) με το πραγματικά τεράστιο πρόβλημα των πυρκαϊών θεωρούν ότι με τη φωτιά το δάσος καταστρέφεται ολοκληρωτικά. Επομένως η αναδάσωση είναι η μόνη λύση για τη μερική αποκατάσταση της διαταραχής η οποία προκλήθηκε. Πόσοι όμως από αυτούς έχουν υπόψη τους ότι ένα καμένο πευκοδάσος έχει τη δυνατότητα φυσικής αναγέννησης με τα χιλιάδες πευκάκια που φυτρώνουν μετά τα πρωτοβρόχια; Γιατί άραγε δεν κάνουν αυτή την εποχή μια βόλτα σε μια περιοχή που κάηκε πέρυσι ή πρόπερσι; Βέβαια το δάσος που κάηκε θα ξαναγίνει δάσος, με την προϋπόθεση ότι κάτι τέτοιο θα του επιτραπεί. Οχι με τη βόσκηση γιδοπροβάτων σε αυτό. Ούτε με τις καταπατήσεις και τη μετατροπή του σε αγροκτήματα, χωράφια και οικόπεδα, στα οποία θα αναφερθούμε στη συνέχεια.

Οποιος συγκρίνει τις σημερινές εποχές με παλαιότερες διαπιστώνει ότι όντως οι πυρκαϊές (δεν αναφερόμαστε προφανώς σε ανώμαλες περιόδους) έχουν αυξηθεί. Οχι μόνο σε αριθμό αλλά και σε ένταση και καταστροφές, παρ' όλο που σήμερα υπάρχουν πυροσβεστικά μέσα, τα οποία ήταν άγνωστα στο παρελθόν. Εστω ότι κάποιος έχει δύο στοίβες ξύλα: στην πρώτη έχει πέντε κιλά με χλωρά και στη δεύτερη 10 κιλά, από τα οποία τα πέντε είναι ξερόκλαδα και πευκοβελόνες. Ποια στοίβα θα πάρει ευκολότερα φωτιά; Σίγουρα εκείνη με τα 10 κιλά και τα ξερόκλαδα.

Αυτό έχει συμβεί δυστυχώς στα πευκοδάση μας!

Οι προσαρμογές των φυτών

Ολα σχεδόν τα φυτά της χώρας μας που απαντώνται σε περιοχές μεσογειακού κλίματος έχουν προσαρμογές με τις οποίες μπορούν να επιβιώσουν κατά τη διάρκεια της φωτιάς και να επανέλθουν ύστερα από αυτή.

Η γνώση αυτών των προσαρμογών είναι δυνατόν, αν χρησιμοποιηθεί κατάλληλα, να μας βοηθήσει να αντιμετωπίσουμε περισσότερο αποδοτικά την αποκατάσταση των διαταραχών τις οποίες η πυρκαϊά προκάλεσε. Ετσι θα ήταν δυνατόν να διακρίνουμε δύο βασικές κατηγορίες φυτών σε σχέση με την επανάκαμψή τους μετά τη φωτιά. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν εκείνα που επανέρχονται με τη διαδικασία της ενεργοποίησης της φύτρωσης των σπερμάτων τους και στη δεύτερη εκείνα τα οποία, μολονότι το υπέργειο μέρος καίγεται, οι ρίζες τους παραμένουν ανέπαφες και επανέρχονται με παραβλαστήματα.

Υπάρχουν βεβαίως και ενδιάμεσες μορφές. Ορισμένα είδη φυτών όπως η ασφάκα και η αφάνα έχουν τη δυνατότητα να επιβιώσουν και από σπέρματα και από παραβλαστήματα.

Τα πεύκα επανέρχονται μόνο με φύτρωση των σπόρων τους, πράγμα το οποίο σημαίνει μεγάλη καθυστέρηση στην αποκατάσταση των πευκώνων που κάηκαν, και αυτός είναι ακόμη ένας λόγος για τη μη χρησιμοποίηση πεύκων στους νέους χώρους πρασίνου που δημιουργούμε. Από την άλλη, θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι στα καμένα φυσικά πευκοδάση υπάρχει συνήθως αυξημένη φυσική αναγέννηση. Ετσι δεν είναι αναγκαία η αναδάσωση.

Σχεδόν όλοι οι πολυετείς υψηλοί θάμνοι του ελληνικού μεσογειακού περιβάλλοντος (πουρνάρια, αγριελιές, κουμαριές, συκιές, μυρτιές, δάφνες, φυλίκια, αριές κτλ.) επανέρχονται με παραβλαστήματα. Οι καμένοι θαμνώνες αν δεν υπάρξει ανθρώπινη παρέμβαση επανέρχονται ταχύτατα και μέσα σε διάστημα μικρότερο των 10 ετών δεν διακρίνεται η καμένη από την άκαυτη περιοχή.

Θεωρητικά η επανάκαμψη των φυτών, ιδιαίτερα εκείνων που παραβλαστάνουν, είναι ταχύτατη επειδή τα νέα φύλλα είναι μεγάλα και η φωτοσύνθεση ­ δηλαδή η «θρέψη» ­ των φυτών ιδιαίτερα αυξημένη.

Η αλλαγή χρήσης έφερε την αδιαφορία

Ο αμελής ή ο κακοήθης δεν έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει φωτιά με ένα σπίρτο σε ένα υγιές πεύκο. Οι ξερές πευκοβελόνες όμως είναι άριστο προσάναμμα.

Παλαιότερα τα πευκοδάση ήταν ανυπολόγιστης αξίας για τους πληθυσμούς των κοντινών σε αυτά οικισμών. Το ξύλο του κορμού τους ήταν πολύτιμο στη ναυπηγική και στην ξυλουργική. Τα μικρότερα κλαδιά έδιναν τα καυσόξυλα, απαραίτητα για το μαγείρεμα και τη θέρμανση. Τα λεπτά κομμάτια ήταν το προσάναμμα γνωστό στους παλαιότερους με το όνομα δαδί. Από τον πευκοφλοιό έβγαζαν το κατράμι, απαραίτητο στη ναυπηγική για τη στεγανοποίηση, και από τη ρητίνη άπειρα προϊόντα. Τη χρησιμοποιούσαν σε απευθείας προσθήκη στη ρετσίνα ως στο γνωστό νέφτι και στις τεχνητές οδοντοστοιχίες.

Ο ρητινοσυλλέκτης εκείνης της εποχής, που είχε συνήθως στην ιδιοκτησία του τα δένδρα (προσοχή, όχι το έδαφος!) έκτασης 20 στρεμμάτων δάσους, γνώριζε ότι η επιβίωσή του ήταν άμεσα στηριγμένη στην παρουσία των πεύκων. Τα φρόντιζε με επιμέλεια, πήγαινε από Απρίλιο ως Οκτώβριο καθημερινά, καθάριζε το δάσος με προσοχή και έτρεχε ­ τόσο αυτός όσο και όλο το χωριό ­ ακόμη και με την υποψία πυρκαϊάς.

Δυστυχώς τα χρόνια περνούν. Τις ξυλόσομπες αντικατέστησαν τα καλοριφέρ, οι σόμπες πετρελαίου και υγραερίου, το μαγείρεμα δεν γίνεται πλέον με ξύλα αλλά με ηλεκτρισμό και πετρογκάζ, για την αδιαβροχοποίηση των καϊκιών υπάρχουν νέες συνθετικές ουσίες που αντικατέστησαν το κατράμι, τα προϊόντα γίνονται συνθετικά και οι παραδοσιακοί καραβομαραγκοί ­ που πήγαιναν στο δάσος και διάλεγαν ένα ένα τα πεύκα για το σκαρί που θα έχτιζαν ­ έμειναν ελάχιστοι.

Ολος αυτός ο πληθυσμός που η επιβίωσή του ήταν άμεσα εξαρτημένη από το πευκοδάσος ήταν και ο φυσικός του φύλακας και προστάτης. Ποιοι τους αντικατέστησαν;

Μετατράπηκαν σε γηροκομεία δέντρων

Εστω ότι κάθε χειμώνα πάμε στο πευκοδάσος και το κλαδεύουμε, απομακρύνοντας τα γέρικα ­ νεκρά συνήθως ­ κλαριά, και συγχρόνως «καθαρίζουμε» το έδαφός του από τις πευκοβελόνες.

Μπορεί σε αυτή την περίπτωση να δράσει με ευκολία ένας εμπρηστής; Η απάντηση είναι σαφέστατα αρνητική. Ωστόσο το σταμάτημα στην ξύλευση και στις άλλες μορφές οικονομικής εκμετάλλευσης του παρελθόντος έχουν οδηγήσει τα πευκοδάση μας σε γήρανση, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερα εύφλεκτο περιβάλλον.

Τι νόημα έχει άραγε το κλάδεμα ενός δένδρου άλλο από την επαναφορά σε νεαρότερη ηλικία;

Δυστυχώς η πλειονότητα των δασών μας έχουν μετατραπεί σε «γηροκομεία», στα οποία η πιθανότητα εμφάνισης πυρκαϊάς μεγαλώνει χρόνο με τον χρόνο και όχι μόνο. Η συνεχής συσσώρευση ξύλων ­ δηλαδή καύσιμης ύλης ­ σε αυτά δημιουργεί ακόμη ένα πρόβλημα, μια και με περισσότερα «καύσιμα» η ένταση της φωτιάς είναι ισχυρότερη, και η δυνατότητα ελέγχου μικρότερη, οπότε οι καταστροφές γίνονται ανυπολόγιστες.

Παλαιότερα η «κατά κεφαλή» παραγωγή σκουπιδιών ήταν πολύ μικρότερη, μια και τίποτε που ήταν δυνατόν να χρησιμοποιηθεί δεν πήγαινε χαμένο. Ηταν αδιανόητο πριν από μερικές δεκαετίες να πεταχτούν ακόμη και οι καρπουζόφλουδες, γιατί κομμένες σε μικρά κομμάτια ήταν τροφή για τις κότες και τις γίδες.

Σήμερα οι χωματερές μας είναι αναρίθμητες, χώρια οι σκουπιδότοποι που υπάρχουν σχεδόν παντού. Ετσι οι «αυταναφλέξεις» των σκουπιδότοπων και των σκουπιδιών είναι πραγματική μάστιγα.

Η κινητικότητα του σημερινού ανθρώπου είναι σημαντικά μεγαλύτερη απ' ό,τι στο παρελθόν. Ετσι η επαφή του, ακόμη και διασχίζοντας δρόμους δίπλα στο δάσος, με τα πεύκα είναι αυξημένη. Ιδιαίτερα το καλοκαίρι, που η κινητικότητά του υπεραυξάνεται ο κίνδυνος της πυρκαϊάς είναι μεγαλύτερος.

Αν τώρα προσθέσουμε και το γεγονός ότι ξερές πευκοβελόνες φθάνουν ­ και συχνά γεμίζουν ­ τις παρυφές του οδοστρώματος, διαπιστώνουμε ότι τόσο ο αμελής που πετά το αναμμένο τσιγάρο από το παράθυρο όσο και ο κακοήθης που στοχεύει στον εμπρησμό έχουν αυξήσει κατακόρυφα την πιθανότητα πυρκαϊάς.

Παλαιότερα στην κλειστή κοινωνία του οικισμού δίπλα στο δάσος (γιατί να βάλει φωτιά ένας από μακριά; θα προλάβαινε τρέχοντας να φύγει;), οι κινήσεις των κατοίκων ήταν περιορισμένες, σχετικά γνωστές και η ταχύτητα μετακίνησης ιδιαίτερα μειωμένη. Ολα αυτά περιόριζαν τη δράση των εμπρηστών.

Πόσοι άραγε στηρίζονται σήμερα για την επιβίωσή τους στο πευκοδάσος; Πόσοι πραγματικά ενδιαφέρονται για την πρόληψη της πυρκαϊάς και την προστασία του πευκοδάσους;

Η βοσκή στα καμένα

Κάθε καλοκαίρι ακούμε διαμαρτυρίες, εξαγγελίες και προτάσεις. Η συντριπτική πλειονότητα αναφέρεται στις ευθύνες του κράτους λες και πρόκειται για κάποιον οργανισμό ξένο προς τους πολίτες που το συνιστούν.

Τι γίνεται όμως τον χειμώνα; Πόσοι βουλευτές, δήμαρχοι, κοινοτάρχες και πολίτες όχι μόνο συζητούν και προτείνουν αλλά και εφαρμόζουν μέτρα για την πρόληψη των πυρκαϊών και ενδιαφέρονται ουσιαστικά για την αποκατάσταση των καμένων περιοχών; Πόσοι από εκείνους που προτείνουν αναδασώσεις και άλλα ηχηρά παρόμοια κάθε καλοκαίρι έχουν επισκεφθεί ­ έστω από περιέργεια ­ μια καμένη περιοχή χειμώνα;

Το γεγονός ότι η πυρκαϊά δρα καταστροφικά είναι αναμφισβήτητο, μόνο που γι' αυτό υπεύθυνη είναι είτε η αδιαφορία είτε η λανθασμένη διαχείριση. Ας το δούμε αυτό λίγο αναλυτικότερα.

Με τους καπνούς της φωτιάς χάνεται περίπου το 95% του αζώτου το οποίο υπάρχει στα υπέργεια μέρη των φυτών.

Το άζωτο, όπως είναι γνωστό, είναι στοιχείο απαραίτητο για τη ζωή, μια και είναι κύριο συστατικό των πρωτεϊνών και των ενζύμων, χωρίς την παρουσία των οποίων ο μεταβολισμός σταματά. Μία από τις βασικές προσαρμογές αφορά την επανάκαμψη του αζώτου. Ετσι την πρώτη χρονιά μετά τη φωτιά γίνεται ενεργοποίηση της φύτρωσης των σπερμάτων ψυχανθών φυτών. Τα ψυχανθή, όπως το άγριο τριφύλλι, έχουν στις ρίζες τους αποικίες μικροοργανισμών με τους οποίους δεσμεύουν από την ατμόσφαιρα άζωτο. Με τον τρόπο αυτό επαναφέρουν στο έδαφος το άζωτο που χάθηκε με τους καπνούς της φωτιάς, επιτρέποντας έτσι την αύξηση των άλλων φυτών που φύτρωσαν ή επανέρχονται με παραβλαστήματα.

Τα ψυχανθή όμως είναι άριστη κτηνοτροφή και οι βοσκοί αυτό το γνωρίζουν. Βάζουν λοιπόν τα ζώα τους να βοσκήσουν την πρώτη χρονιά μετά τη φωτιά στην καμένη περιοχή. Τα ζώα τρώνε τα ψυχανθή, οπότε η επαναφορά του αζώτου σταματά και αρχίζει η υποβάθμιση.

Ας σημειωθεί επίσης ότι τα παραβλαστήματα φυτών όπως το πουρνάρι, η κουμαριά, ο σκοίνος, η μυρτιά είναι τρυφερότατα και νοστιμότατα για τα ζώα που βόσκουν.

Πρέπει επομένως να απαγορεύεται η βόσκηση στις περιοχές που κάηκαν και να λαμβάνονται ισχυρά μέτρα προστασίας, αφού στην πλειονότητα των περιπτώσεων η βλάβη από την πυρκαϊά μπορεί να αποκατασταθεί με τη φυσική αναγέννηση ενώ της βόσκησης είναι μη αντιστρεπτή.

Ο κ. Νίκος Μάργαρης είναι καθηγητής Οικοσυστημάτων στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου.

Τι έγραφε ο Μάργαρης πέρσυ με αφορμή τις πυρκαγιές.

Το ΒΗΜΑ, 27/08/2006 , Σελ.: A32

ΔΑΣΙΚΕΣ ΠΥΡΚΑΕΣ

Οι ελληνικές αγκυλώσεις και οι σύγχρονες αντιλήψεις

N. Σ. ΜΑΡΓΑΡΗΣ





Αποκαΐδια στην Κασσάνδρα της Χαλκιδικής. Πολλοί επιστήμονες υποστηρίζουν ότι οι φωτιές συνιστούν παράγοντα που εμπεριέχεται στη λειτουργία των οικοσυστημάτων μεσογειακού τύπου


Στη Νότια Αφρική κυριαρχούν μερικά φυτικά είδη του γένους «πρωτέας», κάποια εκ των οποίων έχουν εντυπωσιακά λουλούδια. Υπήρχε ένα σπανιότατο είδος, η διανομή του οποίου περιοριζόταν μόνο σε έναν συγκεκριμένο λόφο. Φυσικά αποφάσισαν να το προστατεύσουν με κάθε θυσία και εφήρμοσαν πλήρη αποκλεισμό της φωτιάς εκεί. Σε λίγο το είδος αυτού του φυτού χάθηκε γιατί απλούστατα η επιβίωσή του ήταν στενά συνδεδεμένη με την πυρκαϊά!

Στη Νότια Αφρική, όπως και στις περιοχές γύρω από τη Μεσόγειο, στην Καλιφόρνια στη Βόρεια Αμερική και στη Χιλή, στη Νότια, καθώς και σε τμήμα της Αυστραλίας, οι φωτιές συνιστούν υπαρκτό παράγοντα που εμπεριέχεται στη λειτουργία των οικοσυστημάτων μεσογειακού τύπου. Στη χώρα μας αυτά τα οικοσυστήματα είναι τα κυρίαρχα και τα βρίσκουμε ως 500 μέτρα υψόμετρο.

Οπως η βροχή και το χιόνι

«Σε πείσμα της ικανότητας του ανθρώπου να καταπολεμήσει τις πυρκαϊές με τα πιο σύγχρονα συστήματα από έδαφος και αέρα, καθώς και με τους καλύτερα εκπαιδευμένους πυροσβέστες του κόσμου, φαίνεται βέβαιον ότι οι φωτιές δεν θα σταματήσουν». Αυτά έγραψε στις αρχές της δεκαετίας του '60 ο καθηγητής Μπίσγουελ του Πανεπιστημίου του Μπέρκλεϊ και δεν αφορούν βέβαια την Ελλάδα αλλά την Καλιφόρνια.

Σε έκθεση του Παγκοσμίου Οργανισμού Τροφίμων (FAO) το 2001 αναφέρεται ότι «οι επαναλαμβανόμενες πυρκαϊές είναι τμήμα των φυσικών οικοσυστημάτων, όπως είναι η βροχή, το χιόνι ή η θερμοκρασία. Πληροφορίες για επαναλαμβανόμενες φωτιές έχουν βρεθεί πολλές από το απώτατο παρελθόν σε γεωλογικές αποθέσεις». Μάλιστα αναφέρονται τόσο σε οικοσυστήματα που είναι προσαρμοσμένα στη φωτιά όσο και σε οικοσυστήματα που εξαρτώνται από τη φωτιά.

Οι ελέφαντες δεν χωράνε!

Οταν η ανεύρεση απολιθωμένων οστών από μεγάλα ζώα όπως τα λιοντάρια, οι ρινόκεροι και οι ελέφαντες χρησιμοποιείται στη χώρα μας για να αποδείξουμε την ύπαρξη δάσους, τι να γράψεις; Οτι είναι ζώα ανοιχτών θαμνώνων; Δεν χωράει το λιοντάρι και ο ελέφαντας στo δάσος! Είναι ζώα της σαβάνας, όχι της ζούγκλας. Κάποτε πρέπει να σταματήσουμε να κάνουμε σοβαρή επιστημονική συζήτηση με χρησιμοποίηση βιβλιογραφίας από τον Ταρζάν. Ούτε να αναφερόμαστε στο γεγονός της απουσίας κτηματολογίου. Κάτι που δεν ισχύει. Στη Ρόδο που έχει κτηματολόγιο ποτέ δεν σταμάτησαν οι πυρκαϊές. Χώρια που υπάρχουν πυρκαϊές σε χώρες που έχουν κτηματολόγια όπως η Γαλλία και η Ισπανία. Στις οποίες η αντιπολίτευση δεν απέδωσε τις πυρκαϊές στους πλουτοκράτες (KKE), στην προτεινόμενη αλλαγή του Συντάγματος (Συνασπισμός), στα τρία κακά της μοίρας μας (ΠαΣοΚ). Και όλοι να συμφωνούν στο να γίνει αναδάσωση. Κάτι τελείως λανθασμένο, βλαβερό και ξεπερασμένο.

Τα φυτά «γνωρίζουν» την πυρκαϊά

Ολα τα φυτά της χώρας μας έχουν προσαρμογές για να επανέλθουν μετά τη φωτιά και διακρίνουμε δύο βασικές κατηγορίες: στην πρώτη ανήκουν όλα εκείνα που επανέρχονται με την ενεργοποίηση φύτρωσης των σπερμάτων τους· στη δεύτερη ανήκουν όλα εκείνα των οποίων, μολονότι το υπέργειο μέρος καίγεται, οι ρίζες παραμένουν ανέπαφες. Τέτοια φυτά είναι το πουρνάρι, η δάφνη, η κουμαριά, η αγριελιά και άλλα που, με εξαίρεση τα πεύκα, συνιστούν τα κυρίαρχα φυτά των ελληνικών μεσογειακών οικοσυστημάτων. Σε αυτά οι ρίζες έχουν βιομάζα διπλάσια από τα υπέργεια μέρη. Τα φυτά αυτά επανέρχονται με παραβλαστήματα και οι ανέπαφες ρίζες συγκρατούν το έδαφος (πέρυσι στις περιοχές που είχαμε πλημμύρες δεν υπήρχαν πυρκαϊές!). Τα πεύκα επανέρχονται μόνο με ενεργοποίηση της φύτρωσης των σπόρων τους. Αν δεν καούν οι κουκουνάρες, δεν ανοίγουν ούτως ώστε να εμφανιστούν τα σπέρματα και να φυτρώσουν. Στην «αναδάσωση» της Πεντέλης είχαν ανοίξει κάτι τεράστιες λακκούβες όπου φύτευαν ένα πευκάκι ξεριζώνοντας καμιά δεκαριά που είχαν βγει από μόνα τους.

Ολα αυτά, βέβαια, με την προϋπόθεση ότι η καμένη περιοχή δεν θα βοσκηθεί, κάτι που δεν γίνεται, μια και ακόμη και στην Πεντέλη και στην Πάρνηθα τα γίδια βόσκουν ανενόχλητα στις περιοχές που κάηκαν.

Θέλουν να καούν γρηγορότερα!

Ας συνεχίσουμε με ένα εύκολο πείραμα που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Παίρνουμε ένα κιλό χώμα από μια περιοχή με φυσική βλάστηση (πευκοδάσος ή θαμνώνα) και το χωρίζουμε σε δύο μισόκιλα. Το ένα το βάζουμε στον φούρνο της ηλεκτρικής κουζίνας και το αφήνουμε στους 120 βαθμούς για μισή ώρα. Μετά και τα δύο μισόκιλα τα βάζουμε σε γλάστρες και τα ποτίζουμε. Σε αυτό που κάηκε βλέπουμε να φυτρώνουν περισσότερα φυτά. Δηλαδή, υπάρχει μια τράπεζα σπερμάτων στο έδαφος που περιμένει την επόμενη φωτιά για να φυτρώσει.

Εστω τώρα ότι παίρνουμε ένα κιλό πεύκο και ένα κιλό έλατο και τα βάζουμε ξεχωριστά στο τζάκι. Το πεύκο καίγεται πολύ γρηγορότερα, μολονότι βγαίνει σε περισσότερο επικίνδυνες και ζεστές περιοχές. Και εδώ ερχόμαστε στη Θεωρία του Ματς την οποία διατύπωσε στη δεκαετία του '70 και έλεγε ότι τα οικοσυστήματα που υπάρχουν στις περισσότερο επικίνδυνες κλιματικές περιοχές όπως στη Μεσόγειο επιδιώκουν να καούν όσο το δυνατόν νωρίτερα. H ρητίνη και οι κουκουνάρες που πετάγονται και μεταφέρουν τη φωτιά στα πεύκα και τα εύφλεκτα αέρια που παράγουν τα αρωματικά φυτά - για να μην πάμε στη φλεγόμενη βάτο - ενισχύουν αυτή την άποψη. Γιατί όμως τα φυτά να θέλουν να καούν;

Εστω ότι κάποιος έχει δύο στοίβες ξύλα: στην πρώτη έχει πέντε κιλά με χλωρά και στη δεύτερη 10 κιλά από τα οποία τα πέντε είναι ξερόκλαδα και πευκοβελόνες. Ποια στοίβα θα πάρει ευκολότερα φωτιά; Σίγουρα εκείνη με τα 10 κιλά και τα ξερόκλαδα.

Αυτό έχει συμβεί δυστυχώς στα πευκοδάση μας! Τα οποία έχουν έναν κύκλο ζωής περίπου 80 ετών. Δυστυχώς η πλειονότητα των δασών μας έχει μετατραπεί σε «γηροκομεία», στα οποία η πιθανότητα εμφάνισης πυρκαϊάς μεγαλώνει χρόνο με τον χρόνο.

Χρειάζονται καθάρισμα

Εστω ότι κάθε χειμώνα πάμε στο πευκοδάσος και το κλαδεύουμε απομακρύνοντας τα γέρικα - νεκρά συνήθως - κλαριά και συγχρόνως «καθαρίζουμε» το έδαφός του από τις πευκοβελόνες. Ακόμη, τον χειμώνα μετά από βροχή και με δυνατό κρύο μπορούμε να βάλουμε και προγραμματισμένη φωτιά. Με αυτήν καίγονται μόνο οι πευκοβελόνες και τα ξερά κλαριά ενώ τα πεύκα μένουν ανέπαφα. Μπορεί σε αυτή την περίπτωση να δράσει με ευκολία ένας εμπρηστής ή κάποια άλλη αιτία; H απάντηση είναι σαφέστατα αρνητική.

Και στους ανθρώπους μπορεί κάποιος να δολοφονηθεί 20 ετών, η θνησιμότητα όμως αυξάνεται πολύ μετά τα 80. Τι νόημα έχει άραγε το κλάδεμα ενός δένδρου άλλο από την επαναφορά σε νεαρότερη ηλικία; Κάτι σαν... λίφτινγκ αλλά πραγματικό!

Οι οικοπεδοφάγοι και το συμπέρασμα

Δεν θα ισχυριστώ ότι δεν υπάρχουν οι λεγόμενοι οικοπεδοφάγοι που στην Ελλάδα εκμεταλλεύονται τα πάντα: από τις φωτιές, τις πλημμύρες και τους σεισμούς ως τις προεκλογικές περιόδους. Ας μην το παραξηλώνουμε όμως με αυτούς. Υπήρχαν οικοπεδοφάγοι στο Αγιον Ορος ή στον Υμηττό πάνω από το Μοναστήρι της Καισαριανής;

Επομένως είναι θέμα αλλαγής νοοτροπίας και διαχείρισης. Οταν ακόμη και σήμερα όλοι όσοι ασχολούνται με οποιονδήποτε τρόπο με το πρόβλημα των πυρκαϊών θεωρούν ότι με τη φωτιά το δάσος καταστρέφεται ολοκληρωτικά και η αναδάσωση είναι η μόνη λύση, πώς θα προχωρήσουμε στην πρόληψη; Πόσοι από αυτούς έχουν υπόψη τους ότι ένα καμένο πευκοδάσος έχει τη δυνατότητα φυσικής αναγέννησης με τα χιλιάδες πευκάκια που φυτρώνουν μετά τα πρωτοβρόχια; Ακόμη, πόσοι από τους παραπάνω γνωρίζουν τι σημαίνει προγραμματισμένη φωτιά και καθορισμός της ηλικίας του δάσους σε συνδυασμό με τη συσσώρευση βιομάζας και χειμερινών δράσεων μείωσής της που συμβαίνουν σε Καλιφόρνια, Αυστραλία και Χιλή; Πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να αλλάξουμε το σύστημα της διαχείρισης και να εφαρμόσουμε σύγχρονες τεχνικές πρόληψης. Πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν είμαστε ο ομφαλός της γης και μπορεί να προβλέψουμε ακόμη και με δορυφόρους το ποια δάση κινδυνεύουν περισσότερο ούτως ώστε να τα καθαρίσουμε.

Ο κ. Νίκος Σ. Μάργαρης είναι καθηγητής του Τμήματος Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αιγαίου.