Τετάρτη 11 Ιουλίου 2007

Η Πάρνηθα την επόμενη μέρα...

Αθήνα, 5-7-07: Το πλήγμα που υπέστη ο Εθνικός Δρυμός της Πάρνηθας από την πρόσφατη πυρκαγιά είναι τεράστιο και η ανάγκη για άμεση λήψη μέτρων αποκατάστασης και προστασίας είναι προφανής. Ωστόσο οι οποιεσδήποτε ενέργειες πρέπει να σχεδιαστούν και να υλοποιηθούν υπό το πρίσμα των ιδιαίτερων οικολογικών χαρακτηριστικών του δρυμού.

Με δεδομένο ότι η Πάρνηθα δεν είναι απλά ένα περιαστικό δάσος, αλλά ένας από τους σημαντικότερους εθνικούς δρυμούς της χώρας, ένας φυσικός θησαυρός, είναι απόλυτη ανάγκη οι οποιεσδήποτε παρεμβάσεις να σεβαστούν αυτήν την ιδιαίτερη οικολογική ταυτότητα.

Σε αυτό το πλαίσιο, η περιβαλλοντική οργάνωση WWF Ελλάς ζητά την άμεση εφαρμογή των ακόλου-θων:
• Ολοκλήρωση της διαδικασίας οριοθέτησης του Εθνικού Πάρκου Δρυμού Πάρνηθας, χωρίς καμία έκπτωση στις υπό ένταξη εκτάσεις.
• Σχεδιασμό και υλοποίηση όλων των αναγκαίων μέτρων αποκατάστασης, με επιστημονική εγκυρότητα και με γνώμονα τη διατήρηση των οικολογικών αξιών της περιοχής.
• Απομάκρυνση όλων των εγκαταλελειμμένων και περιττών εγκαταστάσεων που βρίσκονται εντός των ορίων του Δρυμού και άμεση κατεδάφιση όλων των αυθαιρέτων στις παρυφές του.
• Περιορισμό στην πρόσβαση του κοινού στις περιοχές που έχουν πλέον καταφύγει οι πληθυσμοί των άγριων ζώων και οι οικολογικές ισορροπίες είναι εξαιρετικά λεπτές.
• Εξαίρεση του βασικού ασφαλτόδρομου που οδηγεί στην Πάρνηθα από το Εθνικό Οδικό Δίκτυο και άμεση μετατροπή του σε δασικό δρόμο.
• Απαγόρευση της κυκλοφορίας σε όλα τα οχήματα και σε όλα τα σημεία του Δρυμού μετά τη δύση του ηλίου και αυστηρό έλεγχο της κυκλοφορίας των οχημάτων καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Συγκεκριμένα, απαιτούμε την απαγόρευση χρήσης των δρόμων για πρόσβαση στο Καζίνο κατά τις νυχτερινές ώρες –και συνεπώς πρόσβαση μόνο από το τελεφερίκ- και την οργάνωση ενός συστή-ματος μαζικής μετακίνησης για το προσωπικό των μόνιμων εγκαταστάσεων που λειτουργούν στα όρια του Δρυμού.
«Είμαστε έτοιμοι να αναλάβουμε τις οποιεσδήποτε δράσεις αποκατάστασης που θα κριθούν απαραίτητες τόσο από το Δασαρχείο όσο και από τον Φορέα Διαχείρισης και τους υπόλοιπους αρμόδιους - από απλές υποστηρικτικές δραστηριότητες έως και συνολικές παρεμβάσεις αποκατάστασης ή υποστήριξης του οικοσυστήματος», δηλώνει ο Δημήτρης Καραβέλλας, διευθυντής του WWF Ελλάς. «Είμαστε εδώ για να παρακολουθούμε από κοντά όλες τις εξελίξεις, και να εξασφαλίσουμε ότι δεν θα υπάρξει καθυστέρηση ή έκπτωση στο σχεδιασμό και την υλοποίηση των απαραίτητων έργων», καταλήγει ο κ. Καραβέλλας.

Ήδη το WWF Ελλάς – και μέχρι να αποσαφηνιστεί ο ρόλος του - έχει προβεί στις ακόλουθες ενέργειες:
1. Αυτόνομη χαρτογράφηση της καμένης έκτασης, μέσω δορυφορικών εικόνων, και εξαντλητική εξέταση και κωδικοποίηση της σχετικής νομοθεσίας. Όλα τα στοιχεία θα δοθούν στη δημοσιότητα, έτσι ώστε καθένας να είναι σε θέση να παρακολουθεί τι θα συμβεί από εδώ και στο εξής. Η οργάνωση θέτει ταυτόχρονα ως πρώτη προτεραιότητα της εθελοντικής Νομικής Ομάδας Υποστήριξης Πολιτών, τη διερεύνηση καταγγελιών σε σχέση με καταπατήσεις ή κακή διαχείριση στην ευρύτερη περιοχή της καταστροφής.
2. Ανάλυση της κατάστασης του καμένου δάσους και διατύπωση μέτρων αποκατάστασης, σε συνεργασία με ειδικούς επιστήμονες και φορείς.
3. Καταγραφή των άμεσων επιπτώσεων της πυρκαγιάς στην άγρια πανίδα, τόσο σε ότι αφορά τα θύματα της πυρκαγιάς, όσο και τις περιοχές και συνθήκες της μετακίνησής τους από τα καμένα εδάφη.
4. Περίθαλψη των άγριων θηλαστικών –και ειδικά των τραυματισμένων ελαφιών- σε στενή συνεργασία με το Δασαρχείο Πάρνηθας και την Κτηνιατρική Σχολή του ΑΠΘ.
5. Διαρκής ενημέρωση του κοινού και κινητοποίηση των πολιτών για την προώθηση του αιτήματος της προστασίας των δασών της χώρας μας.

Τέλος, το WWF Ελλάς θέλει να ευχαριστήσει και να συγχαρεί τον κόσμο που από την πρώτη στιγμή προσέτρεξε κοντά στην οργάνωση με διάθεση προσφοράς εργασίας και συμπαράστασης. Τονίζουμε ότι το πρώτο ζητούμενο αυτή τη στιγμή είναι να επιτραπεί στο οικοσύστημα να ανακάμψει και να βρει τους φυσικούς ρυθμούς του. Καλεί για αυτόν τον λόγο τον κόσμο:

- Να αποφεύγει τις επισκέψεις στην Πάρνηθα, ώστε να μην ασκούνται περαιτέρω πιέσεις στο οικοσύστημα, αλλά και να μην ενοχλούνται τα ζώα που έχουν συνωστιστεί σε περιορισμένες περιοχές.
- Να μην προχωρά σε παρορμητικές κινήσεις, όπως το τάισμα των ελαφιών ή η φύτευση δέντρων, καθώς αυτό μπορεί να προκαλέσει σημαντικές περαιτέρω επιπτώσεις στο οικοσύστημα, ενώ δυσκολεύει το έργο των ειδικών.
- Να διατηρήσει έντονη την προσοχή του για τον εντοπισμό περιπτώσεων παράνομων δραστηριοτήτων και να ειδοποιεί άμεσα τις αρμόδιες υπηρεσίες.
- Να συμμετάσχει στην έκκληση του WWF Ελλάς προς τον πρωθυπουργό μέσα από την ηλεκτρονική διεύθυνση www.politics.wwf.gr, με κυρίαρχα αιτήματα την άμεση κατεδάφιση αυθαιρέτων σε όλα τα δάση και δασικές εκτάσεις της χώρας, καθώς και την κατάρτιση του Δασολογίου
- Να συμμετάσχει με φίλους και συγγενείς στην αυθόρμητη και ανεξάρτητη πρωτοβουλία πολιτών για διοργάνωση ανοιχτής διαμαρτυρίας την Κυριακή 8 Ιουλίου, στις 7.00 μ.μ., μπροστά από τη Βουλή.
- Να δηλώσει συμμετοχή στην εθελοντική ομάδα του WWF Ελλάς για τα δάση στην ηλεκτρονική διεύθυνση www.wwf.gr.

Περισσότερες πληροφορίες:
Δημήτρης Καραβέλλας, Διευθυντής WWF Ελλάς, τηλ. 210-3314893, d.karavellas@wwf.gr
Μαρίτα Παντέρη, Υπεύθυνη Τύπου WWF Ελλάς, τηλ. 697-6807632, m.panteri@wwf.gr

Από τη σελίδα: http://www.wwf.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=528&Itemid=72)

Οι επιπτώσεις της πυρκαγιάς στην Πάρνηθα στο κλίμα της Αθήνας

Διαβάστε, από την κοινή συνέντευξη τύπου των WWF και Greenpeace, τα προτεινόμενα μέτρα για την αντιμετώπιση της αύξησης της θερμοκρασίας μετά την πυρκαγιά στην Πάρνηθα, που όπως φαίνεται θα υποβαθμίσει περαιτέρω την ποιότητα ζωής των κατοίκων του λεκανοπεδίου.
(Από τη σελίδα: http://www.wwf.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=534&Itemid=72)

Μέτρα αντιμετώπισης των επιπτώσεων της πυρκαγιάς στην Πάρνηθα στο κλίμα της Αθήνας
Αθήνα, 10-7-07: H πυρκαγιά στην Πάρνηθα είχε μεταξύ άλλων ως αποτέλεσμα η Αθήνα να χάσει το σημαντικότερο μηχανισμό μείωσης της θερμοκρασίας που διέθετε. Το πρόσθετο θερμικό φορτίο που θα δεχτεί η πόλη θα είναι παραπλήσιο με αυτό που δημιουργεί η κίνηση των αυτοκίνητων.

Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξαν - μεταξύ άλλων - το Εργαστήριο Αστικού Περιβάλλοντος του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, η Ομάδα Φυσικής Κτιριακού Περιβάλλοντος του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, το ελληνικό γραφείο της Greenpeace και το WWF Ελλάς, που παρουσίασαν σε κοινή συνέντευξη τύπου τα απαραίτητα μέτρα για την αντιμετώπιση της αύξησης της θερμοκρασίας στο Λεκανοπέδιο μετά την πυρκαγιά στην Πάρνηθα.

Τα μέτρα περιλαμβάνουν τον έλεγχο και τη μείωση της κίνησης των αυτοκινήτων στην πόλη, την επιλογή ψυχρών υλικών για κτήρια, δρόμους και πεζοδρόμια, την προστασία του εναπομείναντος πρασίνου και την μετατροπή των τελευταίων αδόμητων χώρων σε ψυχρές οάσεις.

Το δάσος της Πάρνηθας αποτελούσε ένα από τους κύριους μηχανισμούς μείωσης της θερμοκρασίας του αέρα που έρεε από τον Βορρά προς την Αθήνα. Όμως τώρα ο αέρας θα περνά πάνω από μια καμένη μαύρη έκταση και αντί να ψύχεται, θα θερμαίνεται και πολύ μάλιστα. Η Αθήνα έχασε το σημαντικότερο μηχανισμό μείωσης της θερμοκρασίας που διέθετε. Το πρόσθετο θερμικό φορτίο που θα δεχτεί η πόλη θα είναι παραπλήσιο με αυτό που δημιουργεί η κίνηση των αυτοκίνητων. Απλά, είναι σαν να διπλασιάσαμε τα αυτοκίνητα στο λεκανοπέδιο!

Σε μια κοινή τους προσπάθεια, ο Αντιπρύτανης του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και Διευθυντής του Εργαστηρίου Αστικού Περιβάλλοντος Γιάννης Πολύζος, ο αναπληρωτής καθηγητής του Φυσικού Τμήματος του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και Διευθυντής της Ομάδας Φυσικής Κτιριακού Περιβάλλοντος Μάνθος Σανταμούρης, το Ελληνικό Γραφείο της Greenpeace και το WWF-Ελλάς, προτείνουν μια σειρά συγκεκριμένων μέτρων προς τα αρμόδια Υπουργεία, τις Νομαρχίες και τους Δήμους του Λεκανοπεδίου. Η άμεση εφαρμογή τους μπορεί να εγγυηθεί τη μείωση των αρνητικών επιπτώσεων της πυρκαγιάς της Πάρνηθας στις θερμοκρασίες του Λεκανοπεδίου.

«Η έλλειψη χώρων πρασίνου, η λάθος επιλογή υλικών σε κτίρια και δρόμους, η συνεχώς αυξανόμενη χρήση του ΙΧ έχουν επιβαρύνει σημαντικά τη θερμοκρασία του Λεκανοπέδιου, όπου ζει σχεδόν ο μισός πληθυσμός της χώρας. Η καταστροφή σημαντικού μέρους του δάσους της Πάρνηθας, του φυσικού μας κλιματιστικού, αναμένεται να επιδεινώσει τις συνθήκες κατά τους καλοκαιρινούς μήνες στην ευρύτερη περιοχή των Αθηνών» δήλωσε ο Νίκος Χαραλαμπίδης, διευθυντής του ελληνικού γραφείου της Greenpeace. «H κατάσταση μπορεί να βελτιωθεί εάν ληφθούν εγκαίρως τα απαραίτητα μέτρα που θα μειώσουν το θερμικό ισοζύγιο της πόλης. Τα συγκεκριμένα μέτρα που προτείνουν το Εργαστήριο Αστικού Περιβάλλοντος και η Ομάδα Φυσικής Κτιριακού Περιβάλλοντος του ΕΜΠ, πρέπει να υιοθετηθούν άμεσα από τα αρμόδια Υπουργεία και την Τοπική Αυτοδιοίκηση» συμπλήρωσε ο Δημήτρης Καραβέλλας, διευθυντής του WWF-Ελλάς.

Οι λύσεις που προτείνονται καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα. Συγκεκριμένα προτείνονται τα παρακάτω μέτρα ώστε να εξισορροπηθεί κατά το δυνατόν η αναμενόμενη αλλαγή του κλίματος του Λεκανοπεδίου:
1) μετατροπή των ελευθέρων και αδόμητων χώρων της Αθήνας σε ψυχρές οάσεις αφού οι ελεύθεροι χώροι στο λεκανοπέδιο συνεχώς μειώνονται και η προσθήκη νέων κτιρίων επιβαρύνει το θερμικό ισοζύγιο της πόλης,
2) προτεραιότητα στις μετακινήσεις με Μέσα Συλλογικής Μεταφοράς και έλεγχος της κίνησης των οχημάτων στην πόλη αφού η θερμότητα που εκλύεται από αυτά μπορεί να ανεβάσει την θερμοκρασία της μέχρι και 1οC,
3) περιορισμός της δόμησης αλλά και θέσπιση κριτηρίων για όλα τα νέα κτήρια ώστε να παρουσιάζουν βιοκλιματικά χαρακτηριστικά,
4) βελτιώσεις σε παλαιά κτήρια με χρήση πράσινων οροφών ή ψυχρών χρωμάτων που μπορούν να κατεβάσουν τη θερμοκρασία της πόλης έως και 3οC,
5) χρήση ψυχρών υλικών για την κατασκευή δρόμων, πεζοδρομίων και ακάλυπτων χώρων αφού η χρήση ακατάλληλων υλικών αυξάνει πολύ την επιφανειακή θερμοκρασία της πόλης με συνέπεια την αύξηση της θερμοκρασίας του περιβάλλοντος,
6) άμεση υιοθέτηση και εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Οδηγίας για την ενεργειακή ποιότητα των κτιρίων αφού η ενεργειακή απόδοση των κτιρίων στην χώρα μας είναι περιορισμένη με αποτέλεσμα την εξαιρετικά μεγάλη κατανάλωση ενέργειας, την αύξηση του απαιτούμενου φορτίου αιχμής για τον κλιματισμό των κτιρίων αλλά κυρίως την έκλυση εξαιρετικά σημαντικών ποσών ανθρωπογενούς θερμότητας προς το εξωτερικό περιβάλλον.

Τα συγκεκριμένα μέτρα είναι ούτως ή άλλως απαραίτητα για το Λεκανοπέδιο, όμως η καταστροφή της Πάρνηθας έχει κάνει πλέον επιτακτική την ανάγκη υιοθέτησής τους. Το Ελληνικό Γραφείο της Greenpeace και το WWF-Ελλάς υποστηρίζουν τις συγκεκριμένες προτάσεις και αναλαμβάνουν να ασκήσουν πίεση προς τα αρμόδια Υπουργεία αλλά και την Τοπική Αυτοδιοίκηση για την άμεση εφαρμογή τους.

Περισσότερες πληροφορίες:
Αλεξάνδρα Μεσαρέ, Υπεύθυνη Εκστρατειών στο Ελληνικό Γραφείο της Greenpeace, τηλ. 6979 443303
Αχιλλέας Πληθάρας, Υπεύθυνος Εκστρατειών Πολιτικής WWF-Ελλάς, τηλ. 6974 334442

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2007

Προστασία άγριας χλωρίδας και πανίδας. Νόμους έχουμε (π.χ. έχουμε το νόμο 1550/1986) αλλά ποιος τους εφαρμόζει!

Σήμερα σας παρουσιάζω μόνο το άρθρο 1. Αρκεί!

Νόμος 1650 της 15/16.10.86
Για την προστασία του περιβάλλοντος (Α' 160)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ

Άρθρο 1

Σκοπός

1. Σκοπός του παρόντος νόμου είναι η θέσπιση θεμελιωδών κανόνων και η καθιέρωση κριτηρίων και μηχανισμών για την προστασία του περιβάλλοντος, έτσι ώστε ο άνθρωπος, ως άτομο και ως μέλος του κοινωνικού συνόλου, να ζει σε ένα υψηλής ποιότητας περιβάλλον, μέσα στο οποίο να προστατεύεται η υγεία του και να ευνοείται η ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. Η προστασία του περιβάλλοντος, θεμελιώδες και αναπόσπαστο μέρος της πολιτιστικής και αναπτυξιακής διαδικασίας και πολιτικής, υλοποιείται κύρια μέσα από το δημοκρατικό προγραμματισμό.

2. Ειδικότερα, βασικοί στόχοι του νόμου αυτού είναι οι ακόλουθοι:
α) Η αποτροπή της ρύπανσης και γενικότερα της υποβάθμισης του περιβάλλοντος και η λήψη όλων των αναγκαίων, για το σκοπό αυτόν, προληπτικών μέτρων.
β) Η διασφάλιση της ανθρώπινης υγείας και από τις διάφορες μορφές υποβάθμισης του περιβάλλοντος και ειδικότερα από τη ρύπανση και τις οχλήσεις.
γ) Η προώθηση της ισόρροπης ανάπτυξης του εθνικού χώρου συνολικά και των επί μέρους γεωγραφικών και οικιστικών ενοτήτων του και μέσα από την ορθολογική διαχείριση του περιβάλλοντος.
δ) Η διασφάλιση της δυνατότητας ανανέωσης φυσικών πόρων και η ορθολογική αξιοποίηση των μη ανανεώσιμων ή σπάνιων σε σχέση με τις τωρινές και τις μελλοντικές ανάγκες και με κριτήρια την προστασία του περιβάλλοντος.
ε) Η διατήρηση της οικολογικής ισορροπίας των φυσικών οικοσυστημάτων και η διασφάλιση της αναπαραγωγικής τους ικανότητας.
στ) Η αποκατάσταση του περιβάλλοντος.
3. Αναλυτικότερα, με τις διατάξεις του παρόντος νόμου επιδιώκονται:
α) Η προστασία του εδάφους και η λήψη των αναγκαίων μέτρων ώστε οι χρήσεις του να γίνονται σύμφωνα με τις φυσικές ιδιότητές του και την παραγωγική του ικανότητα.
β) Η προστασία των επιφανειακών και υπόγειων νερών θεωρούμενων ως φυσικών πόρων και ως οικοσυστημάτων.
γ) Η προστασία της ατμόσφαιρας.
δ) Η προστασία και διατήρηση της φύσης και του τοπίου και ιδιαίτερα περιοχών με μεγάλη βιολογική, οικολογική, αισθητική ή γεωμορφολογική αξία.
ε) Η προστασία των ακτών των θαλασσών, των οχθών των ποταμών, των λιμνών, του βυθού αυτών και των νησίδων ως φυσικών πόρων, ως στοιχείων οικοσυστημάτων και ως στοιχείων του τοπίου.
στ) Ο καθορισμός της επιθυμητής και της επιτρεπόμενης ποιότητας των φυσικών αποδεκτών καθώς και των κάθε είδους επιτρεπόμενων εκπομπών αποβλήτων, με την καθιέρωση και χρησιμοποίηση κατάλληλων παραμέτρων και οριακών τιμών, ώστε να μην προκαλείται υποβάθμιση του περιβάλλοντος, με κριτήρια:
- την επιστημονική γνώση και εμπειρία
- την καλύτερη διαθέσιμη και οικονομικά εφικτή τεχνολογία
- τις τοπικές συνθήκες και ιδιομορφίες του περιβάλλοντος και του πληθυσμού καθώς επίσης και τις ανάγκες ανάπτυξης
- την προϋπάρχουσα διαμόρφωση συλλογικής χρήσης μιας περιοχής
- τα υφιστάμενα χωροταξικά και αναπτυξιακά σχέδια.
ζ) Η ευαισθητοποίηση και ενεργοποίηση των πολιτών στα θέματα προστασίας του περιβάλλοντος μέσα από τη σωστή πληροφόρηση και εκπαίδευση.

Δεν χρειάζεται αναδάσωση!

«Σε πείσμα της ικανότητας του ανθρώπου να καταπολεμήσει τις πυρκαϊές με τα πιο σύγχρονα συστήματα από έδαφος και αέρα, καθώς και με τους καλύτερα εκπαιδευμένους πυροσβέστες του κόσμου, φαίνεται βέβαιο ότι οι φωτιές δεν θα σταματήσουν». Αυτά έγραψε στις αρχές της δεκαετίας του '60 ο καθηγητής Μπίσγουελ του Πανεπιστημίου του Μπέρκλεϊ και δεν αφορούν, βέβαια, την Ελλάδα αλλά την Καλιφόρνια. Είτε θέλουμε να το δεχθούμε είτε όχι, σ' όλες τις περιοχές της υδρογείου όπου επικρατεί το ιδιότυπο μεσογειακό κλίμα με το μακρύ, θερμό και άνυδρο καλοκαίρι, οι δασικές πυρκαϊές είναι γεγονός επαναλαμβανόμενο.

Ετσι, στις χώρες τριγύρω από τη Μεσόγειο και την Καλιφόρνια, στο Βόρειο ημισφαίριο, και στο Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας στη Νότιο Αφρική, σε τμήμα της Αυστραλίας και στην Κεντρική Χιλή, στο Νότιο, οι φωτιές συνιστούν υπαρκτό πρόβλημα, για τον περιορισμό του οποίου έχουν γίνει αρκετά τα οποία, δυστυχώς, ακόμη να εμφανιστούν στη χώρα μας.

Σχεδόν όλοι όσοι ασχολούνται με οποιονδήποτε τρόπο (γραπτό, προφορικό, πολιτικό) με το πραγματικά τεράστιο πρόβλημα των πυρκαϊών θεωρούν ότι με τη φωτιά το δάσος καταστρέφεται ολοκληρωτικά. Επομένως η αναδάσωση είναι η μόνη λύση για τη μερική αποκατάσταση της διαταραχής η οποία προκλήθηκε. Πόσοι όμως από αυτούς έχουν υπόψη τους ότι ένα καμένο πευκοδάσος έχει τη δυνατότητα φυσικής αναγέννησης με τα χιλιάδες πευκάκια που φυτρώνουν ύστερα από τα πρωτοβρόχια; Γιατί, άραγε, δεν κάνουν τον χειμώνα μια βόλτα σε μια περιοχή που κάηκε πέρυσι ή πρόπερσι; Βέβαια, το δάσος που κάηκε θα ξαναγίνει δάσος, με την προϋπόθεση ότι κάτι τέτοιο θα του επιτραπεί. Οχι με τη βόσκηση γιδοπροβάτων σ' αυτό. Ούτε με τις καταπατήσεις και τη μετατροπή του σε αγροκτήματα, χωράφια και οικόπεδα, στα οποία θα αναφερθούμε στη συνέχεια.

Οποιος συγκρίνει τις σημερινές εποχές με παλαιότερες διαπιστώνει ότι όντως οι πυρκαϊές (δεν αναφερόμαστε, προφανώς, σε ανώμαλες περιόδους) έχουν αυξηθεί. Οχι μόνο σε αριθμό, αλλά και σε ένταση και καταστροφές, παρ' όλο που σήμερα υπάρχουν πυροσβεστικά μέσα τα οποία ήταν άγνωστα στο παρελθόν. Εστω ότι κάποιος έχει δύο στοίβες ξύλα: στην πρώτη έχει πέντε κιλά και χλωρά και στη δεύτερη 10 κιλά, από τα οποία τα πέντε είναι ξερόκλαδα και πευκοβελόνες. Ποια στοίβα θα πάρει ευκολότερα φωτιά; Σίγουρα εκείνη με τα 10 κιλά και τα ξερόκλαδα.

Αυτό έχει συμβεί δυστυχώς στα πευκοδάση μας!

* Οι προσαρμογές των φυτών στην πυρκαϊά

Ολα σχεδόν τα φυτά της χώρας μας που απαντούν σε περιοχές μεσογειακού κλίματος έχουν προσαρμογές με τις οποίες μπορούν να επιβιώσουν κατά τη διάρκεια της φωτιάς και να επανέλθουν έπειτα από αυτή.

Η γνώση αυτών των προσαρμογών είναι δυνατόν, αν χρησιμοποιηθεί κατάλληλα, να μας βοηθήσει να αντιμετωπίσουμε περισσότερο αποδοτικά την αποκατάσταση των διαταραχών τις οποίες η πυρκαϊά προκάλεσε. Ετσι θα ήταν δυνατόν να διακρίνουμε δύο βασικές κατηγορίες φυτών σε σχέση με την επανάκαμψή τους μετά τη φωτιά. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν όλα εκείνα που επανέρχονται μόνο με τη διαδικασία φύτρωσης των σπερμάτων τους και στη δεύτερη όλα εκείνα τα οποία, μολονότι το υπέργειο μέρος καίγεται, οι ρίζες τους παραμένουν ανέπαφες και επανέρχονται με παραβλαστήματα.

Υπάρχουν, βεβαίως, και ενδιάμεσες μορφές. Ορισμένα είδη φυτών όπως η ασφάκα και η αφάνα έχουν τη δυνατότητα να επιβιώσουν και από σπέρματα και από παραβλαστήματα.

Τα πεύκα επανέρχονται μόνο με φύτρωση των σπόρων τους, πράγμα που σημαίνει μεγάλη καθυστέρηση στην αποκατάσταση των πευκώνων που κάηκαν και αυτός είναι ακόμη ένας λόγος για τη μη χρησιμοποίηση πεύκων στους νέους χώρους πρασίνου που δημιουργούμε. Από την άλλη, θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι στα καμένα φυσικά πευκοδάση υπάρχει συνήθως αυξημένη φυσική αναγέννηση. Ετσι, δεν είναι αναγκαία η αναδάσωση.

Σχεδόν όλοι οι πολυετείς υψηλοί θάμνοι του ελληνικού μεσογειακού περιβάλλοντος (πουρνάρια, αγριελιές, κουμαριές, συκιές, μυρτιές, δάφνες, φυλίκια, αριές κλπ.) επανέρχονται με παραβλαστήματα. Οι καμένοι θαμνώνες, αν δεν υπάρξει ανθρώπινη παρέμβαση, επανέρχονται ταχύτατα και μέσα σε διάστημα μικρότερο των 10 ετών δεν διακρίνεται η καμένη από την άκαυτη περιοχή.

Θεωρητικά η επανάκαμψη των φυτών, ιδιαίτερα εκείνων που παραβλαστάνουν, είναι ταχύτατη, επειδή τα νέα φύλλα είναι μεγάλα και η φωτοσύνθεση ­ δηλαδή η «θρέψη» ­ των φυτών ιδιαίτερα αυξημένη.

Ο κ. Ν. Σ. Μάργαρης είναι καθηγητής Διαχείρισης Οικοσυστημάτων στο Τμήμα Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αιγαίου.

Γιατί καίγονται τα δάση

Το ΒΗΜΑ, 16/05/1999 , Σελ.: B13

Ν. ΜΑΡΓΑΡΗΣ

Σε πείσμα της ικανότητας του ανθρώπου να καταπολεμήσει τις πυρκαϊές με τα πιο σύγχρονα συστήματα από έδαφος και αέρα, καθώς και με τους καλύτερα εκπαιδευμένους πυροσβέστες του κόσμου, φαίνεται βέβαιο ότι οι φωτιές δεν θα σταματήσουν». Αυτά έγραψε στις αρχές της δεκαετίας του '60 ο καθηγητής Μπίσγουελ του Πανεπιστημίου του Μπέρκλεϊ και δεν αφορούν βέβαια την Ελλάδα αλλά την Καλιφόρνια. Είτε θέλουμε να το δεχθούμε είτε όχι, σε όλες τις περιοχές της υδρογείου όπου επικρατεί το ιδιότυπο μεσογειακό κλίμα, με το μακρύ, θερμό και άνυδρο καλοκαίρι, οι δασικές πυρκαϊές είναι γεγονός επαναλαμβανόμενο. Ετσι στις χώρες τριγύρω από τη Μεσόγειο και την Καλιφόρνια, στο βόρειο ημισφαίριο, και στο Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας στη Νότιο Αφρική, σε τμήμα της Αυστραλίας και στην Κεντρική Χιλή, στο νότιο, οι φωτιές συνιστούν υπαρκτό πρόβλημα για τον περιορισμό του οποίου έχουν γίνει αρκετά, τα οποία δυστυχώς ακόμη να εμφανισθούν στη χώρα μας.

Σχεδόν όλοι όσοι ασχολούνται με οποιονδήποτε τρόπο (γραπτό, προφορικό, πολιτικό) με το πραγματικά τεράστιο πρόβλημα των πυρκαϊών θεωρούν ότι με τη φωτιά το δάσος καταστρέφεται ολοκληρωτικά. Επομένως η αναδάσωση είναι η μόνη λύση για τη μερική αποκατάσταση της διαταραχής η οποία προκλήθηκε. Πόσοι όμως από αυτούς έχουν υπόψη τους ότι ένα καμένο πευκοδάσος έχει τη δυνατότητα φυσικής αναγέννησης με τα χιλιάδες πευκάκια που φυτρώνουν μετά τα πρωτοβρόχια; Γιατί άραγε δεν κάνουν αυτή την εποχή μια βόλτα σε μια περιοχή που κάηκε πέρυσι ή πρόπερσι; Βέβαια το δάσος που κάηκε θα ξαναγίνει δάσος, με την προϋπόθεση ότι κάτι τέτοιο θα του επιτραπεί. Οχι με τη βόσκηση γιδοπροβάτων σε αυτό. Ούτε με τις καταπατήσεις και τη μετατροπή του σε αγροκτήματα, χωράφια και οικόπεδα, στα οποία θα αναφερθούμε στη συνέχεια.

Οποιος συγκρίνει τις σημερινές εποχές με παλαιότερες διαπιστώνει ότι όντως οι πυρκαϊές (δεν αναφερόμαστε προφανώς σε ανώμαλες περιόδους) έχουν αυξηθεί. Οχι μόνο σε αριθμό αλλά και σε ένταση και καταστροφές, παρ' όλο που σήμερα υπάρχουν πυροσβεστικά μέσα, τα οποία ήταν άγνωστα στο παρελθόν. Εστω ότι κάποιος έχει δύο στοίβες ξύλα: στην πρώτη έχει πέντε κιλά με χλωρά και στη δεύτερη 10 κιλά, από τα οποία τα πέντε είναι ξερόκλαδα και πευκοβελόνες. Ποια στοίβα θα πάρει ευκολότερα φωτιά; Σίγουρα εκείνη με τα 10 κιλά και τα ξερόκλαδα.

Αυτό έχει συμβεί δυστυχώς στα πευκοδάση μας!

Οι προσαρμογές των φυτών

Ολα σχεδόν τα φυτά της χώρας μας που απαντώνται σε περιοχές μεσογειακού κλίματος έχουν προσαρμογές με τις οποίες μπορούν να επιβιώσουν κατά τη διάρκεια της φωτιάς και να επανέλθουν ύστερα από αυτή.

Η γνώση αυτών των προσαρμογών είναι δυνατόν, αν χρησιμοποιηθεί κατάλληλα, να μας βοηθήσει να αντιμετωπίσουμε περισσότερο αποδοτικά την αποκατάσταση των διαταραχών τις οποίες η πυρκαϊά προκάλεσε. Ετσι θα ήταν δυνατόν να διακρίνουμε δύο βασικές κατηγορίες φυτών σε σχέση με την επανάκαμψή τους μετά τη φωτιά. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν εκείνα που επανέρχονται με τη διαδικασία της ενεργοποίησης της φύτρωσης των σπερμάτων τους και στη δεύτερη εκείνα τα οποία, μολονότι το υπέργειο μέρος καίγεται, οι ρίζες τους παραμένουν ανέπαφες και επανέρχονται με παραβλαστήματα.

Υπάρχουν βεβαίως και ενδιάμεσες μορφές. Ορισμένα είδη φυτών όπως η ασφάκα και η αφάνα έχουν τη δυνατότητα να επιβιώσουν και από σπέρματα και από παραβλαστήματα.

Τα πεύκα επανέρχονται μόνο με φύτρωση των σπόρων τους, πράγμα το οποίο σημαίνει μεγάλη καθυστέρηση στην αποκατάσταση των πευκώνων που κάηκαν, και αυτός είναι ακόμη ένας λόγος για τη μη χρησιμοποίηση πεύκων στους νέους χώρους πρασίνου που δημιουργούμε. Από την άλλη, θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι στα καμένα φυσικά πευκοδάση υπάρχει συνήθως αυξημένη φυσική αναγέννηση. Ετσι δεν είναι αναγκαία η αναδάσωση.

Σχεδόν όλοι οι πολυετείς υψηλοί θάμνοι του ελληνικού μεσογειακού περιβάλλοντος (πουρνάρια, αγριελιές, κουμαριές, συκιές, μυρτιές, δάφνες, φυλίκια, αριές κτλ.) επανέρχονται με παραβλαστήματα. Οι καμένοι θαμνώνες αν δεν υπάρξει ανθρώπινη παρέμβαση επανέρχονται ταχύτατα και μέσα σε διάστημα μικρότερο των 10 ετών δεν διακρίνεται η καμένη από την άκαυτη περιοχή.

Θεωρητικά η επανάκαμψη των φυτών, ιδιαίτερα εκείνων που παραβλαστάνουν, είναι ταχύτατη επειδή τα νέα φύλλα είναι μεγάλα και η φωτοσύνθεση ­ δηλαδή η «θρέψη» ­ των φυτών ιδιαίτερα αυξημένη.

Η αλλαγή χρήσης έφερε την αδιαφορία

Ο αμελής ή ο κακοήθης δεν έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει φωτιά με ένα σπίρτο σε ένα υγιές πεύκο. Οι ξερές πευκοβελόνες όμως είναι άριστο προσάναμμα.

Παλαιότερα τα πευκοδάση ήταν ανυπολόγιστης αξίας για τους πληθυσμούς των κοντινών σε αυτά οικισμών. Το ξύλο του κορμού τους ήταν πολύτιμο στη ναυπηγική και στην ξυλουργική. Τα μικρότερα κλαδιά έδιναν τα καυσόξυλα, απαραίτητα για το μαγείρεμα και τη θέρμανση. Τα λεπτά κομμάτια ήταν το προσάναμμα γνωστό στους παλαιότερους με το όνομα δαδί. Από τον πευκοφλοιό έβγαζαν το κατράμι, απαραίτητο στη ναυπηγική για τη στεγανοποίηση, και από τη ρητίνη άπειρα προϊόντα. Τη χρησιμοποιούσαν σε απευθείας προσθήκη στη ρετσίνα ως στο γνωστό νέφτι και στις τεχνητές οδοντοστοιχίες.

Ο ρητινοσυλλέκτης εκείνης της εποχής, που είχε συνήθως στην ιδιοκτησία του τα δένδρα (προσοχή, όχι το έδαφος!) έκτασης 20 στρεμμάτων δάσους, γνώριζε ότι η επιβίωσή του ήταν άμεσα στηριγμένη στην παρουσία των πεύκων. Τα φρόντιζε με επιμέλεια, πήγαινε από Απρίλιο ως Οκτώβριο καθημερινά, καθάριζε το δάσος με προσοχή και έτρεχε ­ τόσο αυτός όσο και όλο το χωριό ­ ακόμη και με την υποψία πυρκαϊάς.

Δυστυχώς τα χρόνια περνούν. Τις ξυλόσομπες αντικατέστησαν τα καλοριφέρ, οι σόμπες πετρελαίου και υγραερίου, το μαγείρεμα δεν γίνεται πλέον με ξύλα αλλά με ηλεκτρισμό και πετρογκάζ, για την αδιαβροχοποίηση των καϊκιών υπάρχουν νέες συνθετικές ουσίες που αντικατέστησαν το κατράμι, τα προϊόντα γίνονται συνθετικά και οι παραδοσιακοί καραβομαραγκοί ­ που πήγαιναν στο δάσος και διάλεγαν ένα ένα τα πεύκα για το σκαρί που θα έχτιζαν ­ έμειναν ελάχιστοι.

Ολος αυτός ο πληθυσμός που η επιβίωσή του ήταν άμεσα εξαρτημένη από το πευκοδάσος ήταν και ο φυσικός του φύλακας και προστάτης. Ποιοι τους αντικατέστησαν;

Μετατράπηκαν σε γηροκομεία δέντρων

Εστω ότι κάθε χειμώνα πάμε στο πευκοδάσος και το κλαδεύουμε, απομακρύνοντας τα γέρικα ­ νεκρά συνήθως ­ κλαριά, και συγχρόνως «καθαρίζουμε» το έδαφός του από τις πευκοβελόνες.

Μπορεί σε αυτή την περίπτωση να δράσει με ευκολία ένας εμπρηστής; Η απάντηση είναι σαφέστατα αρνητική. Ωστόσο το σταμάτημα στην ξύλευση και στις άλλες μορφές οικονομικής εκμετάλλευσης του παρελθόντος έχουν οδηγήσει τα πευκοδάση μας σε γήρανση, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερα εύφλεκτο περιβάλλον.

Τι νόημα έχει άραγε το κλάδεμα ενός δένδρου άλλο από την επαναφορά σε νεαρότερη ηλικία;

Δυστυχώς η πλειονότητα των δασών μας έχουν μετατραπεί σε «γηροκομεία», στα οποία η πιθανότητα εμφάνισης πυρκαϊάς μεγαλώνει χρόνο με τον χρόνο και όχι μόνο. Η συνεχής συσσώρευση ξύλων ­ δηλαδή καύσιμης ύλης ­ σε αυτά δημιουργεί ακόμη ένα πρόβλημα, μια και με περισσότερα «καύσιμα» η ένταση της φωτιάς είναι ισχυρότερη, και η δυνατότητα ελέγχου μικρότερη, οπότε οι καταστροφές γίνονται ανυπολόγιστες.

Παλαιότερα η «κατά κεφαλή» παραγωγή σκουπιδιών ήταν πολύ μικρότερη, μια και τίποτε που ήταν δυνατόν να χρησιμοποιηθεί δεν πήγαινε χαμένο. Ηταν αδιανόητο πριν από μερικές δεκαετίες να πεταχτούν ακόμη και οι καρπουζόφλουδες, γιατί κομμένες σε μικρά κομμάτια ήταν τροφή για τις κότες και τις γίδες.

Σήμερα οι χωματερές μας είναι αναρίθμητες, χώρια οι σκουπιδότοποι που υπάρχουν σχεδόν παντού. Ετσι οι «αυταναφλέξεις» των σκουπιδότοπων και των σκουπιδιών είναι πραγματική μάστιγα.

Η κινητικότητα του σημερινού ανθρώπου είναι σημαντικά μεγαλύτερη απ' ό,τι στο παρελθόν. Ετσι η επαφή του, ακόμη και διασχίζοντας δρόμους δίπλα στο δάσος, με τα πεύκα είναι αυξημένη. Ιδιαίτερα το καλοκαίρι, που η κινητικότητά του υπεραυξάνεται ο κίνδυνος της πυρκαϊάς είναι μεγαλύτερος.

Αν τώρα προσθέσουμε και το γεγονός ότι ξερές πευκοβελόνες φθάνουν ­ και συχνά γεμίζουν ­ τις παρυφές του οδοστρώματος, διαπιστώνουμε ότι τόσο ο αμελής που πετά το αναμμένο τσιγάρο από το παράθυρο όσο και ο κακοήθης που στοχεύει στον εμπρησμό έχουν αυξήσει κατακόρυφα την πιθανότητα πυρκαϊάς.

Παλαιότερα στην κλειστή κοινωνία του οικισμού δίπλα στο δάσος (γιατί να βάλει φωτιά ένας από μακριά; θα προλάβαινε τρέχοντας να φύγει;), οι κινήσεις των κατοίκων ήταν περιορισμένες, σχετικά γνωστές και η ταχύτητα μετακίνησης ιδιαίτερα μειωμένη. Ολα αυτά περιόριζαν τη δράση των εμπρηστών.

Πόσοι άραγε στηρίζονται σήμερα για την επιβίωσή τους στο πευκοδάσος; Πόσοι πραγματικά ενδιαφέρονται για την πρόληψη της πυρκαϊάς και την προστασία του πευκοδάσους;

Η βοσκή στα καμένα

Κάθε καλοκαίρι ακούμε διαμαρτυρίες, εξαγγελίες και προτάσεις. Η συντριπτική πλειονότητα αναφέρεται στις ευθύνες του κράτους λες και πρόκειται για κάποιον οργανισμό ξένο προς τους πολίτες που το συνιστούν.

Τι γίνεται όμως τον χειμώνα; Πόσοι βουλευτές, δήμαρχοι, κοινοτάρχες και πολίτες όχι μόνο συζητούν και προτείνουν αλλά και εφαρμόζουν μέτρα για την πρόληψη των πυρκαϊών και ενδιαφέρονται ουσιαστικά για την αποκατάσταση των καμένων περιοχών; Πόσοι από εκείνους που προτείνουν αναδασώσεις και άλλα ηχηρά παρόμοια κάθε καλοκαίρι έχουν επισκεφθεί ­ έστω από περιέργεια ­ μια καμένη περιοχή χειμώνα;

Το γεγονός ότι η πυρκαϊά δρα καταστροφικά είναι αναμφισβήτητο, μόνο που γι' αυτό υπεύθυνη είναι είτε η αδιαφορία είτε η λανθασμένη διαχείριση. Ας το δούμε αυτό λίγο αναλυτικότερα.

Με τους καπνούς της φωτιάς χάνεται περίπου το 95% του αζώτου το οποίο υπάρχει στα υπέργεια μέρη των φυτών.

Το άζωτο, όπως είναι γνωστό, είναι στοιχείο απαραίτητο για τη ζωή, μια και είναι κύριο συστατικό των πρωτεϊνών και των ενζύμων, χωρίς την παρουσία των οποίων ο μεταβολισμός σταματά. Μία από τις βασικές προσαρμογές αφορά την επανάκαμψη του αζώτου. Ετσι την πρώτη χρονιά μετά τη φωτιά γίνεται ενεργοποίηση της φύτρωσης των σπερμάτων ψυχανθών φυτών. Τα ψυχανθή, όπως το άγριο τριφύλλι, έχουν στις ρίζες τους αποικίες μικροοργανισμών με τους οποίους δεσμεύουν από την ατμόσφαιρα άζωτο. Με τον τρόπο αυτό επαναφέρουν στο έδαφος το άζωτο που χάθηκε με τους καπνούς της φωτιάς, επιτρέποντας έτσι την αύξηση των άλλων φυτών που φύτρωσαν ή επανέρχονται με παραβλαστήματα.

Τα ψυχανθή όμως είναι άριστη κτηνοτροφή και οι βοσκοί αυτό το γνωρίζουν. Βάζουν λοιπόν τα ζώα τους να βοσκήσουν την πρώτη χρονιά μετά τη φωτιά στην καμένη περιοχή. Τα ζώα τρώνε τα ψυχανθή, οπότε η επαναφορά του αζώτου σταματά και αρχίζει η υποβάθμιση.

Ας σημειωθεί επίσης ότι τα παραβλαστήματα φυτών όπως το πουρνάρι, η κουμαριά, ο σκοίνος, η μυρτιά είναι τρυφερότατα και νοστιμότατα για τα ζώα που βόσκουν.

Πρέπει επομένως να απαγορεύεται η βόσκηση στις περιοχές που κάηκαν και να λαμβάνονται ισχυρά μέτρα προστασίας, αφού στην πλειονότητα των περιπτώσεων η βλάβη από την πυρκαϊά μπορεί να αποκατασταθεί με τη φυσική αναγέννηση ενώ της βόσκησης είναι μη αντιστρεπτή.

Ο κ. Νίκος Μάργαρης είναι καθηγητής Οικοσυστημάτων στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου.

Τι έγραφε ο Μάργαρης πέρσυ με αφορμή τις πυρκαγιές.

Το ΒΗΜΑ, 27/08/2006 , Σελ.: A32

ΔΑΣΙΚΕΣ ΠΥΡΚΑΕΣ

Οι ελληνικές αγκυλώσεις και οι σύγχρονες αντιλήψεις

N. Σ. ΜΑΡΓΑΡΗΣ





Αποκαΐδια στην Κασσάνδρα της Χαλκιδικής. Πολλοί επιστήμονες υποστηρίζουν ότι οι φωτιές συνιστούν παράγοντα που εμπεριέχεται στη λειτουργία των οικοσυστημάτων μεσογειακού τύπου


Στη Νότια Αφρική κυριαρχούν μερικά φυτικά είδη του γένους «πρωτέας», κάποια εκ των οποίων έχουν εντυπωσιακά λουλούδια. Υπήρχε ένα σπανιότατο είδος, η διανομή του οποίου περιοριζόταν μόνο σε έναν συγκεκριμένο λόφο. Φυσικά αποφάσισαν να το προστατεύσουν με κάθε θυσία και εφήρμοσαν πλήρη αποκλεισμό της φωτιάς εκεί. Σε λίγο το είδος αυτού του φυτού χάθηκε γιατί απλούστατα η επιβίωσή του ήταν στενά συνδεδεμένη με την πυρκαϊά!

Στη Νότια Αφρική, όπως και στις περιοχές γύρω από τη Μεσόγειο, στην Καλιφόρνια στη Βόρεια Αμερική και στη Χιλή, στη Νότια, καθώς και σε τμήμα της Αυστραλίας, οι φωτιές συνιστούν υπαρκτό παράγοντα που εμπεριέχεται στη λειτουργία των οικοσυστημάτων μεσογειακού τύπου. Στη χώρα μας αυτά τα οικοσυστήματα είναι τα κυρίαρχα και τα βρίσκουμε ως 500 μέτρα υψόμετρο.

Οπως η βροχή και το χιόνι

«Σε πείσμα της ικανότητας του ανθρώπου να καταπολεμήσει τις πυρκαϊές με τα πιο σύγχρονα συστήματα από έδαφος και αέρα, καθώς και με τους καλύτερα εκπαιδευμένους πυροσβέστες του κόσμου, φαίνεται βέβαιον ότι οι φωτιές δεν θα σταματήσουν». Αυτά έγραψε στις αρχές της δεκαετίας του '60 ο καθηγητής Μπίσγουελ του Πανεπιστημίου του Μπέρκλεϊ και δεν αφορούν βέβαια την Ελλάδα αλλά την Καλιφόρνια.

Σε έκθεση του Παγκοσμίου Οργανισμού Τροφίμων (FAO) το 2001 αναφέρεται ότι «οι επαναλαμβανόμενες πυρκαϊές είναι τμήμα των φυσικών οικοσυστημάτων, όπως είναι η βροχή, το χιόνι ή η θερμοκρασία. Πληροφορίες για επαναλαμβανόμενες φωτιές έχουν βρεθεί πολλές από το απώτατο παρελθόν σε γεωλογικές αποθέσεις». Μάλιστα αναφέρονται τόσο σε οικοσυστήματα που είναι προσαρμοσμένα στη φωτιά όσο και σε οικοσυστήματα που εξαρτώνται από τη φωτιά.

Οι ελέφαντες δεν χωράνε!

Οταν η ανεύρεση απολιθωμένων οστών από μεγάλα ζώα όπως τα λιοντάρια, οι ρινόκεροι και οι ελέφαντες χρησιμοποιείται στη χώρα μας για να αποδείξουμε την ύπαρξη δάσους, τι να γράψεις; Οτι είναι ζώα ανοιχτών θαμνώνων; Δεν χωράει το λιοντάρι και ο ελέφαντας στo δάσος! Είναι ζώα της σαβάνας, όχι της ζούγκλας. Κάποτε πρέπει να σταματήσουμε να κάνουμε σοβαρή επιστημονική συζήτηση με χρησιμοποίηση βιβλιογραφίας από τον Ταρζάν. Ούτε να αναφερόμαστε στο γεγονός της απουσίας κτηματολογίου. Κάτι που δεν ισχύει. Στη Ρόδο που έχει κτηματολόγιο ποτέ δεν σταμάτησαν οι πυρκαϊές. Χώρια που υπάρχουν πυρκαϊές σε χώρες που έχουν κτηματολόγια όπως η Γαλλία και η Ισπανία. Στις οποίες η αντιπολίτευση δεν απέδωσε τις πυρκαϊές στους πλουτοκράτες (KKE), στην προτεινόμενη αλλαγή του Συντάγματος (Συνασπισμός), στα τρία κακά της μοίρας μας (ΠαΣοΚ). Και όλοι να συμφωνούν στο να γίνει αναδάσωση. Κάτι τελείως λανθασμένο, βλαβερό και ξεπερασμένο.

Τα φυτά «γνωρίζουν» την πυρκαϊά

Ολα τα φυτά της χώρας μας έχουν προσαρμογές για να επανέλθουν μετά τη φωτιά και διακρίνουμε δύο βασικές κατηγορίες: στην πρώτη ανήκουν όλα εκείνα που επανέρχονται με την ενεργοποίηση φύτρωσης των σπερμάτων τους· στη δεύτερη ανήκουν όλα εκείνα των οποίων, μολονότι το υπέργειο μέρος καίγεται, οι ρίζες παραμένουν ανέπαφες. Τέτοια φυτά είναι το πουρνάρι, η δάφνη, η κουμαριά, η αγριελιά και άλλα που, με εξαίρεση τα πεύκα, συνιστούν τα κυρίαρχα φυτά των ελληνικών μεσογειακών οικοσυστημάτων. Σε αυτά οι ρίζες έχουν βιομάζα διπλάσια από τα υπέργεια μέρη. Τα φυτά αυτά επανέρχονται με παραβλαστήματα και οι ανέπαφες ρίζες συγκρατούν το έδαφος (πέρυσι στις περιοχές που είχαμε πλημμύρες δεν υπήρχαν πυρκαϊές!). Τα πεύκα επανέρχονται μόνο με ενεργοποίηση της φύτρωσης των σπόρων τους. Αν δεν καούν οι κουκουνάρες, δεν ανοίγουν ούτως ώστε να εμφανιστούν τα σπέρματα και να φυτρώσουν. Στην «αναδάσωση» της Πεντέλης είχαν ανοίξει κάτι τεράστιες λακκούβες όπου φύτευαν ένα πευκάκι ξεριζώνοντας καμιά δεκαριά που είχαν βγει από μόνα τους.

Ολα αυτά, βέβαια, με την προϋπόθεση ότι η καμένη περιοχή δεν θα βοσκηθεί, κάτι που δεν γίνεται, μια και ακόμη και στην Πεντέλη και στην Πάρνηθα τα γίδια βόσκουν ανενόχλητα στις περιοχές που κάηκαν.

Θέλουν να καούν γρηγορότερα!

Ας συνεχίσουμε με ένα εύκολο πείραμα που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Παίρνουμε ένα κιλό χώμα από μια περιοχή με φυσική βλάστηση (πευκοδάσος ή θαμνώνα) και το χωρίζουμε σε δύο μισόκιλα. Το ένα το βάζουμε στον φούρνο της ηλεκτρικής κουζίνας και το αφήνουμε στους 120 βαθμούς για μισή ώρα. Μετά και τα δύο μισόκιλα τα βάζουμε σε γλάστρες και τα ποτίζουμε. Σε αυτό που κάηκε βλέπουμε να φυτρώνουν περισσότερα φυτά. Δηλαδή, υπάρχει μια τράπεζα σπερμάτων στο έδαφος που περιμένει την επόμενη φωτιά για να φυτρώσει.

Εστω τώρα ότι παίρνουμε ένα κιλό πεύκο και ένα κιλό έλατο και τα βάζουμε ξεχωριστά στο τζάκι. Το πεύκο καίγεται πολύ γρηγορότερα, μολονότι βγαίνει σε περισσότερο επικίνδυνες και ζεστές περιοχές. Και εδώ ερχόμαστε στη Θεωρία του Ματς την οποία διατύπωσε στη δεκαετία του '70 και έλεγε ότι τα οικοσυστήματα που υπάρχουν στις περισσότερο επικίνδυνες κλιματικές περιοχές όπως στη Μεσόγειο επιδιώκουν να καούν όσο το δυνατόν νωρίτερα. H ρητίνη και οι κουκουνάρες που πετάγονται και μεταφέρουν τη φωτιά στα πεύκα και τα εύφλεκτα αέρια που παράγουν τα αρωματικά φυτά - για να μην πάμε στη φλεγόμενη βάτο - ενισχύουν αυτή την άποψη. Γιατί όμως τα φυτά να θέλουν να καούν;

Εστω ότι κάποιος έχει δύο στοίβες ξύλα: στην πρώτη έχει πέντε κιλά με χλωρά και στη δεύτερη 10 κιλά από τα οποία τα πέντε είναι ξερόκλαδα και πευκοβελόνες. Ποια στοίβα θα πάρει ευκολότερα φωτιά; Σίγουρα εκείνη με τα 10 κιλά και τα ξερόκλαδα.

Αυτό έχει συμβεί δυστυχώς στα πευκοδάση μας! Τα οποία έχουν έναν κύκλο ζωής περίπου 80 ετών. Δυστυχώς η πλειονότητα των δασών μας έχει μετατραπεί σε «γηροκομεία», στα οποία η πιθανότητα εμφάνισης πυρκαϊάς μεγαλώνει χρόνο με τον χρόνο.

Χρειάζονται καθάρισμα

Εστω ότι κάθε χειμώνα πάμε στο πευκοδάσος και το κλαδεύουμε απομακρύνοντας τα γέρικα - νεκρά συνήθως - κλαριά και συγχρόνως «καθαρίζουμε» το έδαφός του από τις πευκοβελόνες. Ακόμη, τον χειμώνα μετά από βροχή και με δυνατό κρύο μπορούμε να βάλουμε και προγραμματισμένη φωτιά. Με αυτήν καίγονται μόνο οι πευκοβελόνες και τα ξερά κλαριά ενώ τα πεύκα μένουν ανέπαφα. Μπορεί σε αυτή την περίπτωση να δράσει με ευκολία ένας εμπρηστής ή κάποια άλλη αιτία; H απάντηση είναι σαφέστατα αρνητική.

Και στους ανθρώπους μπορεί κάποιος να δολοφονηθεί 20 ετών, η θνησιμότητα όμως αυξάνεται πολύ μετά τα 80. Τι νόημα έχει άραγε το κλάδεμα ενός δένδρου άλλο από την επαναφορά σε νεαρότερη ηλικία; Κάτι σαν... λίφτινγκ αλλά πραγματικό!

Οι οικοπεδοφάγοι και το συμπέρασμα

Δεν θα ισχυριστώ ότι δεν υπάρχουν οι λεγόμενοι οικοπεδοφάγοι που στην Ελλάδα εκμεταλλεύονται τα πάντα: από τις φωτιές, τις πλημμύρες και τους σεισμούς ως τις προεκλογικές περιόδους. Ας μην το παραξηλώνουμε όμως με αυτούς. Υπήρχαν οικοπεδοφάγοι στο Αγιον Ορος ή στον Υμηττό πάνω από το Μοναστήρι της Καισαριανής;

Επομένως είναι θέμα αλλαγής νοοτροπίας και διαχείρισης. Οταν ακόμη και σήμερα όλοι όσοι ασχολούνται με οποιονδήποτε τρόπο με το πρόβλημα των πυρκαϊών θεωρούν ότι με τη φωτιά το δάσος καταστρέφεται ολοκληρωτικά και η αναδάσωση είναι η μόνη λύση, πώς θα προχωρήσουμε στην πρόληψη; Πόσοι από αυτούς έχουν υπόψη τους ότι ένα καμένο πευκοδάσος έχει τη δυνατότητα φυσικής αναγέννησης με τα χιλιάδες πευκάκια που φυτρώνουν μετά τα πρωτοβρόχια; Ακόμη, πόσοι από τους παραπάνω γνωρίζουν τι σημαίνει προγραμματισμένη φωτιά και καθορισμός της ηλικίας του δάσους σε συνδυασμό με τη συσσώρευση βιομάζας και χειμερινών δράσεων μείωσής της που συμβαίνουν σε Καλιφόρνια, Αυστραλία και Χιλή; Πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να αλλάξουμε το σύστημα της διαχείρισης και να εφαρμόσουμε σύγχρονες τεχνικές πρόληψης. Πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν είμαστε ο ομφαλός της γης και μπορεί να προβλέψουμε ακόμη και με δορυφόρους το ποια δάση κινδυνεύουν περισσότερο ούτως ώστε να τα καθαρίσουμε.

Ο κ. Νίκος Σ. Μάργαρης είναι καθηγητής του Τμήματος Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αιγαίου.

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2007

Ως Προμηθείς αποτύχαμε! Ας λειτουργήσουμε σωστά τουλάχιστον ως Επιμηθείς.

Διάβασα στον τύπο ότι το ΕΘΝΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΤΕΧΝΗΣ, το οποίο θα εγκατασταθεί στο κτίριο ΦΙΞ στην Αθήνα, είναι προϋπολογισμού 40.000.000 €. Τι σημαίνει αυτό; Μάλλον ότι η παρούσα κυβέρνηση, και ενδεχομένως όλες οι προηγούμενες, το θεώρησαν υψηλής προτεραιότητας έργο και το πρόταξαν στον κατάλογο των έργων εθνικής σημασίας. Δεν θα ήταν κακό, ή τουλάχιστον δεν θα ήταν πολύ κακό, αν στον κατάλογο αυτό υπήρχε σε κοντινή θέση και στη φάση της υλοποίησης και ένα άλλο σημαντικό έργο εθνικής σημασίας: η δημιουργία και αποτελεσματική λειτουργία του Εθνικού Δικτύου Ελληνικών Βοτανικών Κήπων. Δυστυχώς όμως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο και οι επιπτώσεις αυτής της «αμέλειας» είναι πολλές και σημαντικές.

Οι Βοτανικοί Κήποι (ΒΚ) είναι ζωντανά μουσεία, τα οποία διατηρούν και επιδεικνύουν τεκμηριωμένες συλλογές ειδών της φυτικής ποικιλότητας. Έργο τους είναι η διατήρηση και προστασία της χλωρίδας του πλανήτη μας. Για το σκοπό αυτό μεταξύ άλλων, διαθέτουν και τράπεζα σπερμάτων, από τα οποία μπορούν να προκύψουν, γρήγορα σχετικά, φυτά που για κάποιο λόγο (πυρκαγιά ας πούμε) χάθηκαν από μια περιοχή. Στον κόσμο υπάρχουν πάνω από 1.800 ΒΚ, στις περισσότερες χώρες υπάρχουν εθνικά δίκτυα ΒΚ και φυσικά υπάρχουν τοπικά δίκτυα μεταξύ κρατών, όπως για παράδειγμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Παράδειγμα Ελληνικού ΒΚ είναι ο Βαλκανικός Βοτανικός Κήπος Κρουσσίων (ΒΒΚΚ) έκτασης 310 στρεμμάτων, στην Ποντοκερασιά του Κιλκίς, με εργαστήρια, θερμοκήπια και μητρικές φυτείες στη Θέρμη Θεσσαλονίκης, ο οποίος χωρίς να εντάσσεται σε ένα εθνικό σχέδιο διατήρησης της Ελληνικής Χλωρίδας, έχει μετά από επίπονη εργασία των στελεχών του συλλέξει 1.300 από τα 6.500 είδη της, τα οποία διατηρεί ζωντανά και μελετάει τα μυστικά του πολλαπλασιασμού τους, ώστε να μπορεί να έχει οποιαδήποτε στιγμή χρειαστεί, όσα φυτά από αυτά θα χρειαστούν. Τέτοιες στιγμές μπορεί να είναι χαρούμενες (όπως ήταν για παράδειγμα η Παγκόσμια Έκθεση IGA 2003 στο Ρόστοκ της Γερμανίας, στην οποία στάλθηκαν ελληνικά αυτοφυή φυτά για να κοσμήσουν το Ελληνικό Περίπτερο, ή ανάγκη ανάπλασης του Κήπου της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, ή φύτευση του περιβάλλοντος χώρου του Κλειστού Γηπέδου Πυλαίας ενόψει του Πανευρωπαϊκού Κυπέλλου Μπάσκετ) μπορεί να είναι όμως και τραγικές (όπως η περίπτωση των φετινών πυρκαγιών στη χώρα μας και την ανάγκη για αναγέννηση του φυσικού περιβάλλοντος με φυτεύσεις ειδών που υπήρχαν εκεί). Προς την ίδια κατεύθυνση εργάζονται και άλλοι δέκα περίπου Βοτανικοί Κήποι της χώρας μας με μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτυχία, οι οποίοι μόνοι τους αισθάνθηκαν την ανάγκη να συνδεθούν άτυπα στην πρώτη τους συνάντηση τον περασμένο Μάιο, προκειμένου να μπορέσουν να θέσουν κοινούς στόχους.

Ποιος όμως συντονίζει τις προσπάθειές τους;

Ποιος τους χρηματοδοτεί;

Ποιος τους έχει εντάξει σε ένα εθνικό σχέδιο διατήρησης της φυσικής κληρονομιάς της Ελλάδας;

Ποιος τελικά έχει κατανοήσει ότι το έργο της διατήρησης της φυτικής ποικιλότητας προέχει ακόμα και της διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς μας, αφού για να υπάρχουμε και να είμαστε περήφανοι για αυτήν πρέπει πρώτα να υπάρχει το φυσικό περιβάλλον, το οποίο πρωτίστως χαρακτηρίζεται από τα φυτά; Γιατί χωρίς φυτά δεν υπάρχει ζωή!

Η απάντηση είναι απλή: Κανένας σε επίπεδο πολιτικής ηγεσίας!

Όμως οι τελευταίες πυρκαγιές έπεισαν και τον τελευταίο πολίτη της χώρας μας ότι το έργο της διατήρησης της Ελληνικής Χλωρίδας είναι η πρώτη μας προτεραιότητα. Και μην φανταστείτε ότι κοστίζει πολύ. Περίπου όσο ένα ΕΘΝΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΤΕΧΝΗΣ. Και το κέρδος του έργου αυτού είναι ανεκτίμητο. Σκεφτείτε μόνο τι γίνεται μετά από κάθε πυρκαγιά. Η αναδάσωση -όταν γίνεται με δενδροφύτευση- συναντά το πρόβλημα «ποια φυτά θα φυτέψουμε και που θα τα βρούμε;». Όμως έχει γίνει καταγραφή; Έχει γίνει συλλογή και διατήρηση; Μπορεί να γίνει ο πολλαπλασιασμός τους; Με άλλα λόγια λειτουργεί άψογα το Εθνικό Δίκτυο Ελληνικών Βοτανικών Κήπων;

Ο ΒΒΚΚ, τον οποίο θεωρώ παγκόσμια καινοτομία γιατί είναι από τους ελάχιστους διεθνώς που στοχεύει μόνο στη διατήρηση και προστασία των αυτοφυών φυτών της Ελληνικής και Βαλκανικής Χλωρίδας, δημιουργήθηκε από το μηδέν και λειτουργεί ήδη 6 χρόνια με συνολικό κόστος μέχρι σήμερα περίπου 10.000.000 €. Αποτελεί υπόδειγμα έργου για το οποίο έπιασαν τόπο τα χρήματα των πολιτών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελλάδας. Ο Κήπος αυτός μπορεί να αποτελέσει τον πυρήνα για τη δημιουργία ενός Εθνικού Κέντρου Διατήρησης των Αυτόχθονων Φυτών και του Εθνικού Δικτύου Ελληνικών Βοτανικών Κήπων. Διαθέτει γνώση και τεχνογνωσία, άριστες εγκαταστάσεις, διεθνή εμπειρία, εξαιρετικό επιστημονικό, τεχνικό και διοικητικό προσωπικό κατάλληλα καταρτισμένο από ειδικούς επιστήμονες ευρωπαϊκών Βοτανικών Κήπων. Συμμετέχει σε ερευνητικά προγράμματα, σε συνεργασία με άλλους Ερευνητικούς Φορείς και Πανεπιστήμια, αλλά συνεργάζεται και με εμπορικές εταιρίες στην προσπάθεια να δημιουργηθούν, ελληνικά προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας που προέρχονται από τα αυτόχθονα φυτά της Ελληνικής γης, ώστε να δημιουργηθούν εναλλακτικές καλλιέργειες και να έχουν οικονομικό όφελος οι αγρότες της χώρας μας.

Μοναδικό μειονέκτημα του ΒΒΚΚ είναι ότι δεν έχει θεσμοθετηθεί ακόμα. Παραμένει ως έργο εγκλωβισμένος στο ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. (Εθνικό Ίδρυμα Αγροτικής Έρευνας), το οποίο δεν βρήκε ποτέ το δρόμο του ως ερευνητικός φορέας, και στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, που ποτέ δεν κατάλαβε τη σημασία του έργου αυτού. Όμως η δράση του Κήπου είναι πολυθεματική (Συλλογές, Διατήρηση Μητρικών Φυτειών και Αναπαραγωγή, Πολυδιάστατη Έρευνα και Εφαρμογή της, Ευαισθητοποίηση των Πολιτών και Εκπαίδευση) και μάλλον η θέση του είναι στη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας ώσπου φυσικά να αυτονομηθεί κάποτε το Υπουργείο Περιβάλλοντος.

Ας το σκεφτούν οι αρμόδιοι και ας στραφούν προς την κατεύθυνση που έδειξε ήδη πριν λίγες μέρες ο πρώτος πολίτης της χώρας μας. Ας πράξουν γνωρίζοντας ότι «ο λαός διαμορφώνεται από το πνεύμα του τοπίου και τη φύση του εδάφους που κατοικεί» (Αριστοτέλης).

Οικονόμου Ανδρέας

Ψυχολόγος – Μαθηματικός

Επίκουρος Καθηγητής Α.Σ.ΠΑΙ.Τ.Ε.

Πρόεδρος Φίλων Βαλκανικής Χλωρίδας